30
Μαρ.
09

ΦΑΙΔΩΝ ΠΑΤΡΙΚΑΛΑΚΙΣ

Στην γκαλερί ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ στη Δεξαμενή εκθέτει έως τις 4 Απριλίου ο Φαίφων Πατρικαλάκις τελευταία δουλειά του με θέμα «Μουσική και Μουσικοί».

Ήταν ένα βροχερό Σαββατιάτικο πρωί που ο δρόμος με έφερε έξω από τη γνωστή γκαλερί και μπήκα μέσα χωρίς να έχω ιδέα ποιος εκθέτει. Άρχισα να κοιτάω τους πίνακες χωρίς να ξέρω ακόμα το επίθετο του καλλιτέχνη -το όνομά του το έβλεπα στις υπογραφές: ΦΑΙΔΩΝ.

Αρχικά νόμιζα ότι έχω να κάνω με έναν νέο καλλιτέχνη που ψάχνεται, που προσπαθεί δηλαδή να βρει το στυλ του «πατώντας» λίγο στον Φασιανό και λίγο στον Μποτέρο. Δηλαδή εικόνες σαν του Φασιανού αλλά με περισσότερα και έντονα χρώματα (πιο πλουσια/φλύαρη παλέτα) και φιγούρες που ακολουθούν ‘μόδα για εύσωμους’. Εντάξει (σκέφτηκα τα κοινότοπα περί παρθενογένεσης που δεν υπάρχει στην τέχνη) ο καθένας μπορεί να ζωγραφίζει όπως του αρέσει∙ ακόμα και να ‘κλέβει’. Αυτό που μας (με) ενδιαφέρει είναι το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα ήταν λίγο χαρούμενο (τα χρώματα) και λίγο μελαγχολικό (οι σοβαρές και άκαμπτες φιγούρες). Κάτι όμως, απροσδιόριστο ακόμα, με χάλαγε.

Πριν κατέβω στον κάτω χώρο της γκαλερί πήρα ένα φυλλάδιο/κατάλογο όπου -αφού είδα ότι ο ζωγράφος είχε κάνει την πρώτη του έκθεση το 1960, είχε γράψει αρκετά βιβλία και κάνει πολλές σκηνογραφίες- συνειδητοποίησα δύο πράγματα:

1. Πόσο άσχετος είμαι με την εικαστική σκηνή της χώρας.

2. Είναι διαφορετικό να ζωγραφίζεις ως παιδί και διαφορετικό να προσπαθείς να ζωγραφίσεις σαν παιδί. Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος ο παλιμπαιδισμός να αφήσει μια στυφή γεύση στο στόμα όσων ‘δοκιμάσουν’ τα έργα σου.

Τελικά αυτή η στυφάδα ήταν που με χάλαγε, αυτό που δε μπορούσα να προσδιορίσω. Θα μου πεις «γίνεσαι κακός». Δε γίνομαι κι ούτε είμαι. Απλά η αρχική χαρά που ένιωσα πρωτομπαίνοντας στην αίθουσα (λόγω όλων αυτών των χρωμάτων που ήταν ό,τι έπρεπε στο μουντό πρωινό) μετατράπηκε σε μελαγχολικό μειδίαμα βγαίνοντας, νιώθοντας στην καλύτερη περίπτωση αμήχανα.

 

Στο παραπάνω λινκ της αίθουσας μπορεί κάποιος να δει μερικά από τα έργα της έκθεσης. Επίσης μπορεί να διαβάσει κι ένα κείμενο που εκτός από μια περιγραφή των πινάκων προσπαθεί να ‘μπλέξει’ ήχους και χρώματα, εντάσεις και εντάσεις, μαγείες, ονειρικότητες κτλ. Ακόμα και τώρα που έχω δει τα έργα δεν μπορώ να εντοπίσω όλα αυτά τα μαγικά που υποτίθεται ότι συμβαίνουν στους πίνακες. Είτε εγώ είμαι ανεπαρκής θεατής (ως δέκτης λαμβάνω σε διαφορετικό εύρος συχνοτήτων από αυτό που εκπέμπει ο Πατρικαλάκις) είτε το κείμενο είναι από αυτά τα συνηθισμένα κείμενα καταλόγων που επιχειρούν (προφανώς με επιτυχία- για να επαναλαμβάνονται) να ‘ψήσουν’ τους υποψήφιους αγοραστές ότι πίσω από το έργο υπάρχει κάτι άλλο (μεταφυσικό;)

 

ΥΓ. Και αντίλογο δεχόμεθα. Παρακαλώ…

Advertisements

11 Responses to “ΦΑΙΔΩΝ ΠΑΤΡΙΚΑΛΑΚΙΣ”


  1. Μαρτίου 30, 2009 στο 3:41 μμ

    Καλά το είπατε, διασταύρωση Φασιανού με Μποτερό και μαι δόση από Τσαρούχη, θα πρόσθετα- πάντως το παοτέλεσμα φαίνεται ενδιαφέρον. Μί αένσταση μόνο: λέτε «πόσο άσχετος είμαι»» – αυτό δεν υπάρχει, μάς πουλάνε σχετικότητα μόνο και μόνο για να μάς ψαρώσουν. Ο καθένας μας έχει το δικαίωμα στη σεβαστή του γν΄΄ωμη.

    καλό απόγευμα

  2. Μαρτίου 30, 2009 στο 6:29 μμ

    Καλώς ήρθες από τις «στάσεις» μαύρε γάτε.

    Άσχετος δήλωσα, όχι ψαρωμένος…
    Επίσης το να δηλώνεις ασχετοσύνη σου δίνει το δικαίωμα να λες ό,τι θες άνευ παρεξηγήσεως. 😉

    Έχεις δίκιο, ξανακοιτάζω τους πίνακες και το στήσιμο (κυρίως) αλλά και το χρώμα θυμίζει λίγο Τσαρούχη.

  3. Μαρτίου 31, 2009 στο 12:43 πμ

    Το λοιπόν…
    Εγω στους πίνακές του – τους συγκεκριμένους του λινκ – δεν είδα ούτε μουσική ούτε μουσικους – εκτός απο έναν.
    Εκτός κι αν με τη μουσική εννοεί τις χρωματικές κλίμακες!!!
    Εχω παρατηρήσει – και το έχω ξαναδεί πρόσφατα που κάνω κάτι μαθήματα ζωγραφικής – πως δάσκαλοι της γενιάς του Πατρικαλάκη αρέσκονται στο να συνδέουν τη ζωγραφική με τη μουσική και τις χρωματικές κλίμακες τις συνδεουν με τις μουσικές. Ενώ πχ. ο Ίττεν που δίδασκε στο Μπάουχάουζ στην «Τέχνη του χρώματος» ενώ μιλάει για αρμονία χρωμάτων και για χρωματικές κλίμακες δεν τις συνδέει με τη μουσική. Αυτή η σύνδεση είναι μεταγενέστερο …»ευφυολόγημα»
    Μάλλον – τι μάλλον, σίγουρα – το ακολουθεί εδώ ο ζωγράφος μας.
    Γράφεις στο κείμενό σου πως είναι διαφορετικό να ζωγραφίζεις ως παιδί και σαν παιδί και φυσικά έχεις απόλυτο δίκιο.
    Ήταν κι ένα κίνημα – λίγο πριν, λίγο μετα΄το β΄πόλεμο, είχε κι ένα όνομα που το θολωμένο μου μυαλό τώρα δεν με βοηθά να θυμηθώ πως το λέγανε – ζωγράφων που προσπαθούσαν να ζωγραφίσουν όπως τα παιδια.
    Εγώ , απ΄όταν ήρθα σε επαφή με τη βυζαντινή ζωγραφική – περίπου 10 χρόνια τώρα – άρχισα να μαζεύω παιδικές ζωγραφιές απο φίλους – φίλες δασκάλους. Έχω μια καλή συλλλογή.
    Το έκανα αυτό γιατί διαπίστωσα κάποια κοινα στοιχεία.
    Κυρίως στην προοπτική.
    Υπάρχει η λεγόμενη «ψυχολογική προοπτική». Δηλαδή πιο μεγάλο είναι το πιο σπουδαίο – κι όχι το πιο κοντινό.
    Ο Χριστός στην αγιογραφία, ο μπαμπάς ή η μαμά κλπ, στην παιδική ζωγραφική.
    Άλλο κοινό σημείο: Τα σπίτια με την περίτεχνη – ή όχι – εξωτερική τους διακόσμηση, που όμως φαίνεται και το εσωτερικό τους.
    Και άλλα πολλά που δενγίνεται τώρα να αναφεερθούν όλα.
    Υπάρχει όμως κι ένα άλλο σημείο στη βυζαντινή ζωγραφική που την διαχωρίζει εντελώς απο την δυτική – που ακολούθησε. Και νομίζω αυτό ασπάζεται κι Πατρικαλάκης.
    Είναι ένα ζήτημα φιλοσοφικό που στην ανατολή προέκυψε ένεκα της Εικονομαχίας και των φιλοσοφικοθεολογικών ζυμώσεων που έγιναν σε διαρκεια 150 περίπου χρόνων:
    ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΔΕΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΜΕ. ΔΕΙΧΝΟΥΜΕ
    Αυτή την άποψη την ασπάζομαι κι εγώ κι έχω πραγματικά δει πόσο δύσκολο είναι να την εφαρμόσεις.
    Η δυτική ζωγραφική προσπαθεί να περιγράψει: Δεν λέει «Να ο άγιος Φραγκίσκος» αλλά λέει ή προσπαθεί να πει » Έτσι είναι ο άγιος Φραγκίσκος»
    Προφανώς η περιγραφή είναι δύσκολη έως και αδύνατη, σε όλες τις γλώσσες, πόσο μάλλον στη ζωγραφική.
    Ο Πατρικαλάκης , για να γυρίσουμε στο θέμα μας, μου φαίνεται πως «θέλει να δείξει», όχι να περιγράψει. Δε νομίζω πως θέλει να ζωγραφίσει σαν παιδί.
    Πχ, εσύ – ναι εσύ – στην προηγούμενη ανάρτησή σου με τον γρίφο στην 2η εκδοχή έχεις με μια γραμμή διαγράψει ένα προφίλ.
    Δεν περιγράφεις κάποιο πρόσωπο. Μας δείχνεις ένα πρόσωπο.
    Αυτό κάνει κι ο Φαίδων, αλλά με άλλο τρόπο.
    Πιθανόν να σε ενοχλεί ο τρόπος.
    Και οι λουόμενες του Πικασάκη αυτό κάνουν. Δείχνουν. Δεν περιγράφουν.
    Κι ο Μοντιλιανάκης τι κάνει; Δείχνει κι αυτός.
    Οι ιμπρεσιονιστές όμως;…;…;
    Σκίζονται να περιγράψουν.
    Ο Ντα Βιντσάκης επίσης. Το Μιχαλιό ο Αγγελάκης το ίδιο. Θέλει να περιγράψει όχι να δείξει.
    Ενώ ο Θεόφιλος: «Να Μιμη ένα μήλο»
    Ο Πατρικαλάκης – για να τελειώνουμε και να μη το ξενυχτίσουμε – θέλει να «δείξει», αφ΄ενός, και αφ’ δυός να διδάξει «μουσική» χρωματική αρμονία.
    Εντάξει. Τι θες τώρα κι εσύ;
    Άσε τον άνθρωπο να τονε κατακρίνει η ιστορία.

  4. Μαρτίου 31, 2009 στο 12:55 πμ

    Υ.Γ. Χαίρομαι κι εγώ πολύ με την εμφάνιση του «Μαύρου Γάτου» , γιατί είχα αρχίσει να νοιώθω κάπως…
    ξέρω γω…
    εγώ κι εσύ μαζί, στα στενά περιθώρια ενός μπλογκ… δεν ξέρω.
    Οι δυό μας στο ασανσέρ!!!
    Τουλάχιστον αν είμαστε περισσότεροι!

  5. Μαρτίου 31, 2009 στο 8:38 πμ

    Αντιπαρέρχομαι τη (δεύτερη) μπηχτή για την επισκεψιμότητα του παρόντος μπλογκακίου. Αλλά εδώ δε θα μας χωρούσε μια πόλη, λες να μας χωρούσε ένα ασανσέρ;

    Δεν κατακρίνω τον Πατρικαλάκη. Απλά λέω ότι δεν επικοινωνώ με το έργο του και εντέλει με τον ίδιο. Πιθανώς όλοι οι υπόλοιποι να το κάνουν οπότε μικρή (έως καμία) σημασία δεν έχει η δική μου στάση.
    Κάτι που έκανα (κακώς, αλλά το έκανα) ήταν να γράψω το κείμενο αφήνοντας να με επηρεάσει η ηλικία του καλλιτέχνη. Μέγα λάθος και θα το εξομολογηθώ πριν κοινωνήσει η μάνα μου την Μεγάλη Πέμπτη. Ομολογώ πως αν από τυπογραφικό λάθος ή αν ακολουθώντας τη συνήθη μου τακτική (πρώτα να γράφω και μετά να διαβάζω τους καταλόγους) αγνοούσα την ηλικία του, το κείμενό μου θα ήταν διαφορετικό. Όχι πολύ αλλά σίγουρα τόσο ώστε να έχει μια πιο απαλή χροιά.

    Τέλος (αν και μπορεί να μην κολλάει) δεν θεωρώ ότι υπάρχουν κακοί καλλιτέχνες και δεν υπάρχει κακή τέχνη (ποιος θα βάλει τα κριτήρια; ποια κριτήρια; κτλ.). Μπορεί να μην επικοινωνώ (προσωπικά) με τον Πατρικαλάκι αλλά ένας άνθρωπος που ζωγραφίζει εμπνεόμενος από τη μουσική (με όποιον τρόπο) και τους μουσικούς, που γράφει και σκηνογραφεί δεν μπορεί παρά να είναι ένας ευαίσθητος και τρυφερός άνθρωπος.

    ΥΓ. Να δείχνει ή να περιγράφει κανείς; Ιδού μια ακόμα απορία. Την αφήνω να πλανάται και πάω να ζωγραφίσω τίποτα (ή το τίποτα).

  6. Μαρτίου 31, 2009 στο 11:32 μμ

    Τίποτα;
    Δείξε μου το τίποτα κι ας πεθάνω!
    Το έθεσες – κατα τη γνώμη μου – σωστα: Δεν επικοινωνείς εσύ με τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη. Κι αυτό βέβαια δεν είναι κακό, περίεργο, ή δεν ξέρω τι άλλο. Εγω επικοινώνησα απο τα λίγα που είδα γι΄αυτό έγραψα κια αυτα που έγραψα. Δεν μπορω να πω πως μ΄αρέσει. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Βλέπω όμως πως κάτι θέλει να πει, κάπου το πάει. Δεν κοροϊδεύει ρ΄αδερφέ.
    Τέλος , για πολλοστή φορά θα διαφωνήσω μαζί σου στο ότι δεν υπάρχουν κακοί καλιτέχνες και κακή τέχνη. Υπάρχουν και τα δύο. Άλλο που εμείς δεν μπορούμε να βρούμε τις λέξεις να πούμε γιατί είναι κακά.
    Σκέψου ένα τραγούδι που το μισείς. Μπορείς να πεις γιατί είναι κακό τραγούδι; Μπορεί να σε πείσει κανείς πως είναι καλό;.
    Στην απορία του Υ.Γ. σου, εγώ τουλάχιστον απαντώ «να δείχνει» άσχετα αν καμιά φορά δεν κρατιέμαι και μπαίνω στον πειρασμο να περιγράψω.
    Αυτά.

  7. Απρίλιος 1, 2009 στο 1:55 μμ

    Ναι αλλά υπάρχουν καλά τραγούδια που μισώ (για χίλιους δυο λόγους),
    υπάρχουν και καλά τραγούδια που δεν τα σιγοψιθυρίζω ποτέ γιατί δεν με αφορούν.

    Ας πούμε, χωρίζω τα τραγούδια σε αυτά που μου αρέσουν και σε αυτά που δε μου αρέσουν.

    Μπορεί επίσης να μου αρέσουν και τραγούδια που ο περισσότερος κόσμος τα θεωρεί κακά (ίσως να τα έχω συνδέσει με καλές στιγμές).

    Ειρήσθω εν παρόδω, έχω σκοπό κάποια στιγμή να αναρτήσω μια κουβέντα που είχα (τη μοναδική) με έναν αυθεντικό γέρο ρεμπέτη πριν από 5-6 χρόνια στον Βόλο, τον Στάθη Μιλάνο (καμιά 80αριά χρονών), εγγονό του παλιού ρεμπέτη Μιλάνου (μακαρίτη εδώ και καμιά 50ετία). Σίγουρα θα δώσει συνέχεια σε αυτή την κουβέντα μας.

  8. Απρίλιος 1, 2009 στο 3:37 μμ

    Έχεις πάει λοιπόν στη «Σκάλα»;
    Τούς έμαθα απο τις εκπομπές του Γεραμάνη.
    Απέφυγες πάντως την ερώτηση. Δεν πιστεύεις πωως υπάρχουν κακά τραγούδια;

  9. Απρίλιος 1, 2009 στο 9:10 μμ

    Ποτέ δεν έβγαινα πολύ τα βράδια, τελευταία καθόλου σχεδόν. Όμως έχουμε (παλιά) ξεκινήσει 2 τουλάχιστον φορές (με την Κατερίνα -ktkoukαινα) από Αθήνα Σάββατο απόγευμα για τη «Σκάλα»
    και γυρίσαμε Κυριακή χαράματα. Και κάνα-δυο φορές ακόμα που βρισκόμασταν στην περιοχή.
    Εμπειρία μοναδική. Σε μια από αυτές τις φορές (την 3η ή την 4η) ήρθε και κάθισε στο τραπέζι μας ο Στάθης Μιλάνος και πιάσαμε κουβέντα. Απόλαυση κι αποκάλυψη. Θα τα γράψω εν καιρώ. Αργότερα άκουσα και τα αφιερώματα του Γεραμάνη και ηχογράφησα κάποια τραγούδια.

    Όχι δεν πιστεύω ότι υπάρχουν κακά τραγούδια. Ακόμα κι ο πιο ατάλαντος συνθέτης (αλλά τι είναι ταλέντο;) ή ζωγράφος ή γλύπτης μπορεί να φτιάξει κάτι που δεν είναι όμορφο (με τα κριτήρια μιας εποχής) αλλά σίγουρα δεν κάνει κάτι κακό. Σήμερα δε που δεν υπάρχουν κριτήρια – και καλώς – το πράγμα είναι ακόμα πιο συγκεχυμένο, πιο αδιευκρίνιστο. Ίσως υπάρχουν κακοί άνθρωποι. Αλλά κακά έργα τέχνης…δεν ξέρω. Έχεις στο μυαλό σου κριτήρια να μου πεις; Το συζητάω…

    ΥΓ. Επίσης δεν υπάρχουν κακές γλείπτριες (ή σπανίζουν)

  10. Απρίλιος 2, 2009 στο 3:36 μμ

    Το δικό μου κριτήριο είναι το αν το τραγούδι γράφτηκε «από την ψυχή» ή από την τσέπη. Δεν υπάρχει περίπτωση τραγούδι της ψυχής να είναι κακό, κι ας είναι το «Πόσο μού λείπει η ζεστή αγκαλιά σου» του Βολάνη. Από την άλλη, τραγούδι που γράφεται με «δημιουργικό» τρόπο δεν μπορεί παρά να είναι κακό, κι ας είναι η δέκατη συμφωνία του Μπετόβεν – λέμε τώρα, αλλά μπορούν οι Φοιβοκαρβέληδες να παράγουν στη βιομηχανία τους ψυχή;

    Καλησπέρα Κάπταιν κ παρέα

  11. Απρίλιος 2, 2009 στο 9:41 μμ

    Λέω όμως το εξής: όταν ένα έργο «φεύγει» από τα χέρια του καλλιτέχνη, κατά κάποιον τρόπο, αυτονομείται. Όταν έρχεται σε επαφή με τον θεατή (ή τον ακροατή) η εικόνα που σχηματίζει αυτός δεν έχει πια να κάνει και τόσο με τον δημιουργό του έργου αλλά με τον ίδιο (τον θεατή).

    Παράδειγμα. Τι έγινε κι αν ο Καρβέλας έγραψε το «Δώδεκα» (κι ούτε ένα τηλεφώνημα) με μηχανικό τρόπο και στοχεύοντας στο κέρδος; Αν αγγίζει κάποιον ακροατή (κι αυτό το τραγούδι θα έχει αγγίξει πολύ κόσμο) αν δηλαδή ο ακροατής αναδημιουργεί το τραγούδι (που από τη φύση του είναι αφηρημένο) τοποθετώντας (επιθέτοντας) δικά του βιώματα στις στροφές του (πρόσωπα ή καταστάσεις) τότε δεν αντιλαμβάνομαι τι κακό έχει αυτό το τραγούδι…

    Θα μου πεις δε μιλάμε για μια καθαρά αισθητικής τάξης απόλαυση. Εντάξει. Ε, και;

    Και τις δικές μου καλησπέρες.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Blog Stats

  • 163,220 hits

…Στάσεις

Αντιστάσεις, Ενστάσεις, Διαστάσεις, Καταστάσεις, Παραστάσεις, Αναπαραστάσεις, Αποστάσεις, Περιστάσεις, στάσεις γενικώς & αορίστως .

Ημεροδείκτης διαδρομών

Μαρτίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Πόσοι στέκονται στις «στάσεις» τώρα. Και δεν περιμένουν το λεωφορείο:

eXTReMe Tracker <!-- var EXlogin='ktkouk' // Login var EXvsrv='s10' // VServer EXs=screen;EXw=EXs.width;navigator.appName!="Netscape"? EXb=EXs.colorDepth:EXb=EXs.pixelDepth;EXsrc="src"; navigator.javaEnabled()==1?EXjv="y":EXjv="n"; EXd=document;EXw?"":EXw="na";EXb?"":EXb="na"; EXd.write("");//-->

Αρέσει σε %d bloggers: