14
Ιαν.
09

ΜΑΡΙΝΑ ΠΑΠΑΛΑΜΠΡΙΔΗ

Στην γκαλερί 7 εξέθεσε μια σειρά πορτραίτων των τελευταίων χρόνων (2005-2008 ) η Μαρίνα Παπαλαμπρίδη.

 

Δεν πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες οφείλουν απαραιτήτως να είναι πρωτοπόροι και πρωτότυποι. Δεν νομίζω γενικά ότι οφείλουν οτιδήποτε σε οποιονδήποτε. Εκτός, ίσως, από το ελάχιστο (που είναι αρκετό): να είναι τίμιοι απέναντι στον εαυτό τους. Ειδικά δε όταν ένας καλλιτέχνης ζωγραφίζει πορτραίτα (όπως η Παπαλαμπρίδη) -δηλαδή αποτυπώνει τον εαυτό του μέσα από τη μορφή των μοντέλων του σε τελική ανάλυση- αυτή η τιμιότητα είναι το κυρίως ζητούμενο.

Μελαγχολικά, κάπου αλλού, σε περίσκεψη τα απεικονισμένα πρόσωπα των έργων της καλλιτέχνιδας ψυχογραφούν με ανατριχιαστική ακρίβεια ένα υποσυνείδητο γεμάτο αμφιβολίες, κυκλοθυμικό, με φοβίες, καμιά φορά σε παραίτηση, καμιά φορά σφιγμένο από επιβεβλημένο καθωσπρεπισμό.

Αν αυτός ήταν ο στόχος της Μ.Π (και μάλλον αυτός ήταν), τον πέτυχε• χρησιμοποιώντας ωστόσο την πεπατημένη, δηλαδή, τον τρόπο που μαθαίνει κανείς στη σχολή καλών τεχνών να ζωγραφίζει και κάνει «μπαμ» από μακριά. Δε χρειάζεται να διαβάσει κανείς καν το βιογραφικό στο τέλος του καταλόγου για να το αντιληφθεί.  Δεν έχω άποψη κατασταλαγμένη για τη συνεισφορά της Σχολής στο καλλιτεχνικό νταραβέρι (γίγνεσθαι, αν προτιμάτε) του τόπου -που υποθέτω ότι θα είναι σημαντική- όμως μπορώ να της καταλογίσω ένα τουλάχιστον αρνητικό: Πολλές από τις εκθέσεις των αποφοίτων της είναι τόσο απελπιστικά ίδιες (σε τεχνοτροπία) που μετά από λίγο καιρό ξεχνάς τους καλλιτέχνες και στο μυαλό μένουν κάποιοι ωραίοι πίνακες που τους έφτιαξε κάποιος απόφοιτος της Σχολής. Ποιος; που να θυμάσαι; όλοι με τον ίδιο τρόπο ζωγραφίζουν. Για να μην παρεξηγηθώ: όχι όλοι αλλά πολλοί. Αυτό δεν υποβιβάζει τη δουλειά των καλλιτεχνών• απλά καθιστά δυσκολότερη την κατάθεση (με τρόπο που να μένει για καιρό στη μνήμη) της προσωπικής ματιάς, της ιδιαιτερότητας (της διαφορετικότητας) του καθενός.

 

Ωραία η δουλειά της Παπαλαμπρίδη αλλά θα την παρότρυνα (αν με ρωτούσε, δε μου πέφτει και λόγος μάλλον) να τολμήσει να αμφισβητήσει τους δασκάλους της. Να χρησιμοποιήσει την κατακτημένη τεχνική της μεν αλλά και να την καταγγείλει για να πάει παραπέρα, δηλαδή, βαθύτερα στον εαυτό της.

Αυτά.

 

 

Advertisements

9 Responses to “ΜΑΡΙΝΑ ΠΑΠΑΛΑΜΠΡΙΔΗ”


  1. Ιανουαρίου 15, 2009 στο 5:42 μμ

    Το ένα θέμα εδώ είναι η δουλειά της Παπαλαμπρίδη και το άλλο η… Καλών τεχνών.
    Για το πρώτο θέμα μάλλον συμφωνώ σ΄αύτα που γράφεις. Και πιο πολύ με την προτροπή σου – αθεόφοβε – προς την καλιτέχνιδα.
    Όσο για την καλών τεχνών η συνεισφορά της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι σαν τις σχολές Φυσικής πχ. Δεκάδες αποφοιτούν κάθε χρόνο αλλά δεν παίρνει κανείς το Νόμπελ. Πολύ λίγοι μάλιστα διαπρέπουν στον τομέα τους. Αυτό ισχύει με όλες τις σχολές. Απο κάπου όμως πρέπει να μάθεις τα βασικά. Ο καθένας μετά τραβάει μόνος του το δρόμο του. Εξάλλου και η καλών τεχνών τα τελευταία χρόνια βγάζει κυρίως παιδιά που σκέφτονται να δώσουν στον ΑΣΕΠ για να διοριιστούν στα σχολεία!
    Πάντως άμα έχεις διδαχτεί μια τεχνική και την έχεις εμπεδώσει δύσκολα την εγκαταλείπεις γιια να πειραματιστείς.
    Εγω πήγα να μάθω αγιογραφία γιατί μου είχαν πει πως έτσι θα μάθω πολύ καλά το χρώμα. Είχαν απόλυτο δίκιο αλλά έμαθα και πολλά άλλα που ούτε καν τα είχα φανταστεί. Κι αυτά στο εργαστήριο του αγιογράφου μαζί με τον κανονικό βοηθό του την ώρα της δουλειάς , όχι της διδασκαλίας. Εκεί μαθαίνεις πράγματα που δεν τα γρ’αφει κανένα βιβλίο και δεν τα διδάσκει καμία σχολή. (πχ το σεσουάρ για να στεγνώνω τα χρώματα πλέον μου είναι τόσο απαραίτητο όσο και το πινέλο)
    Όταν έφυγα λοιπον από κει. Για 5-6 χρόνια ότι και να ζωγράφιζα σκεφτόμουν τι θα μου έλεγε αν το έβλεπε ο δάσκαλος ή ο Μπαμπης (ο βοηθός, απο τον οποίο έμαθα περισσότερα) και προσπαθούσα να το φτιάξω έτσι ώστε να το ενέκρινε αν το έβλεπε. Όταν κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως πρέπει πια να ξεκολλήησω απο αυτό το στυλ το βρήκα εξαιρετικά δύσκολο. Ακόμα παλεύω και πάνε κοντά 10 χρόνια απο τότε. Οι πειραματισμοί και το καινούριο γίνονται πλέον με πολύ αργούς ρυθμούς και προσεκτικά.
    Αυτό που προσπαθώ να κάνω, να εντάξω δηλαδή τη Βυζαντινή – Ελληνική παράδοση στη σύγχρονη ζωγραφική είναι κάτι πολύ δύσκολο να πετύχει και να μην είναι αναμάσημα. Ο Εγγονόπουλος πχ, κάτι κατάφερε γιατί τον βοήθησε ο Σουρρεαλισμός. Ο Τσαρούχης παράτησε τα αγιογραφικά μοτίβα και κατάφερε να ξεφύγει κρατώντας πολύ λίγα πράγματα απο την αγιογραφία και διαλέγοντας λαϊκά θέματα. Κι εγώ τώρα τελευταία δεν αισθάνομαι και πολύ καλά!
    ‘Ασε που η αγιογραφία έχει γίνει και της μόδας(του συρμού δηλαδή) τα τελευταία χρόνια
    Σωστή λοιπόν η προτροπή σου προς την Παπαλαμπρίδη αλλά …άντε να την εφαρμώσεις.

  2. Ιανουαρίου 15, 2009 στο 7:01 μμ

    Ένας φίλος (και δάσκαλός μου, κατά κάποιο τρόπο στη ζωγραφική) ήταν από τους τελευταίους (χρονικά) μαθητές του Τσαρούχη. Έλεγε λοιπόν, ο Κώστας, ότι κι ο Τσαρούχης κάπως έτσι δίδασκε: «σας αφήνω να κλέβετε» συνήθιζε να τους λέει εννοώντας ότι τους άφηνε να τον κοιτάζουν την ώρα που ζωγράφιζε. Κι ο καθένας έπαιρνε ό,τι μπορούσε, ό,τι ήθελε, ό,τι του χρειάζονταν ως εφόδιο για να ακολουθήσει το δικό του καλλιτεχνικό δρόμο.
    Δύσκολο να ξεφύγει κανείς από τα πρότυπα: τον πατέρα, τον δάσκαλο κτλ. Ακόμα όμως κι αν δεν τα καταφέρει, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο η προσπάθεια. Αν όμως τα καταφέρει θα νιώσει τι θα πει πραγματική ελευθερία αφού δε θα φοβάται τίποτα ούτε και θα ελπίζει (όπως θα έλεγε κι ο συμπατριώτης σου).

  3. Ιανουαρίου 15, 2009 στο 9:00 μμ

    Μα φυσικά και το ζητούμενο είναι να ξεφύγεις απο το δάσκαλο.
    Αλλοιώς τι κάνουμε;
    Τώρα το αν θα νοιώσει ελευθερία ή μεγαλύερη δέσμευση δεν ξέρω.
    Σίγουρα όμως θα νοιώσει τη χαρά της (δικής του) δημιουργίας.
    Θα ελπίζει όμως.
    Θα ελπίζει να γίνεται καλύτερος, να έχει καλές εμπνεύσεις, να αρέσουν τα (διαφορετικά) έργα του , (να βγάλει και κανένα φράγκο)
    Άρα:
    θα φοβάται
    (σύμφωνα με τον συμπατριώτη ολωνών μας)

  4. Ιανουαρίου 16, 2009 στο 2:02 μμ

    Δεν ισχυρίζομαι πως αν καταφέρει κάποιος να «τραβάει» μια γραμμή με το δικό του τρόπο ελευθερώνεται αυτομάτως. Αν όμως καταφέρει να ξεφύγει από τα πρότυπα (του), να τα καταγγείλει και να ανακαλύψει τη μοναδικότητά του (τη διαφορετικότητά του) τότε δε θα έχει λόγους για να ελπίζει στην καλυτέρευσή του ή σε καλύτερες εμπνεύσεις. Δε λέω ότι δε θα τον ενδιαφέρει αλλά ότι δε θα ελπίζει γι αυτά. Τόσο ως άνθρωπος γενικότερα αλλά και ως καλλιτέχνης ειδικότερα.
    Η ελπίδα να αρέσουν τα έργα του, ώστε να πωλούνται και να βγάζει κανένα φράγκο, δεν είναι παρά η απήχηση του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης. Όμως από αυτή την ελπίδα (δηλαδή το ένστικτο της αυτοσυντήρησης) απαλλάσσεται ένας άνθρωπος όταν πια δεν είναι άνθρωπος αλλά λίπασμα για τα ραδίκια. Ωστόσο αυτό δε συνεπάγεται και φόβο. Θα ξέρεις ασφαλώς περιπτώσεις ανθρώπων (υποψιάζομαι ότι είσαι κι εσύ -όπως κι εγώ- μια απ’ αυτές) που παρόλο που έχουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ωστόσο δεν φοβούνται τον θάνατο (ως συσχετιζόμενο φόβο τον αναφέρω).

    Μια ωραία εγγραφή -κάπως σχετική- μπορείς να βρεις στο μπλογκ της Έλενας Καραγιάννη εδώ: http://elenakarayanni.blogspot.com/2009/01/blog-post.html.

    ΥΓ. περίεργο οικουμενισμό παρατηρώ για Κρητικό (σε ότι αφορά τον συμπατριώτη όλων μας). Θα φταίει, μάλλον, που έχεις και ρίζες από Εύβοια (αν θυμάμαι καλά).

    ΥΓ2. Αν ο συμπατριώτης μας συμπεριελάμβανε και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης στο συλλογισμό του ίσως διατύπωνε την ιστορική φράση κάπως έτσι:
    ‘Δεν πεινάω, δεν «μασάω», είμαι ελεύθερος»

  5. Ιανουαρίου 20, 2009 στο 6:11 μμ

    Δεν πρόκειται περί οικουμενισμού αλλά περι επεκτατικών βλέψεων της κρήτης έναντι της ελλάδας.
    Κατά τ΄άλλα, μάλλον με μπέρδεψες.
    Δε νομίζω πως είναι ακριβώς ένστικτο αυτοσυντήρησης κι αυτό για δυο λόγους.
    1. Ακόμα κι αν κερδίσω το λαχείο απόψε, πάλι θα συνεχίζω να ζωγραφίζω και θα θέλω να αρέσουν τα έργα μου.
    2. Αν λειτουργούσε το ένστικτο αυτοσυντήρησης θα έκανα ιδιαίτερα στη φυσική και με δεδομένη την έλλειψη φυσικών στο Ρέθυμνο θα κονομούσα τρελά.(ή θα έκανα τον μπογιατζή, πιο πολλά θα έβγαζα)
    Μάλλον πρόκειται για έναν μεταφυσικό φόβο σε συνδυασμό με κάποιου είδους ματαιοδοξία (η ματαιοδοξία είναι μεταφυσική απο μόνη της)
    Για να ξέρεις πάντως πότε έχεις ξεφύγει απο τους δασκάλους και έχεις αρχίζει να χαρράζεις έναν δικό σου δρόμο και για να νοιώσεις και μια κάποια σιγουριά γι΄αυτόν τη χρειάζεσαι και μια κάποιου είδους αποδοχή.
    Αλλοιώς είναι σα να βαδίζεις στα τυφλά. Τότε όταν αυτό που κάνεις και που σε εκφράζει γίνεται και αποδεκτό , ναι μπορεί να πει κανείς πως σε ελευθερώνει κατά κάποιο τρόπο και αρχίζεις να δουλεύεις περισσότερο πάνω στον καινούριο δρόμο και όχι να βολοδέρνεις ψάχνοντας και προσπαθώντας.
    Αυτό πάλι προϋποθέτει να βλέπει πολύς κόσμος τη δουλειά σου και να έχεις και…καλό μάνατζερ. Εδώ όμως αρχίζει άλλη ιστορία.
    Υ.Γ. Καλά κάνω και τρώω βιολογικά ραδίκια!

  6. Ιανουαρίου 20, 2009 στο 9:56 μμ

    Να συμπληρώσω ότι θα μπορούσες να δίνεις και το κορμί σου (το πολυτραγουδισμένο) και να βγάζεις ακόμα περισσότερα. Ενδεχομένως βέβαια και σ’ αυτήν την περίπτωση να χρειαζόσουν κάποιον …μάνατζερ για τα πρώτα σου …βήματα.

    Δεν αμφισβητώ το ρόλο του θεατή στο τρίγωνο: καλλιτέχνης-έργο-θεατής. Και για να υπάρχουν κάποιοι θεατές, με τους οποίους θα καταφέρεις να επικοινωνήσεις τελικά, θα πρέπει να υπάρχουν ασφαλώς πολύ περισσότεροι που θα προσπεράσουν αδιάφοροι. Η αποδοχή είναι ένα ζητούμενο. Εδώ υπάρχει όμως η παγίδα να φτιάχνει κανείς έργα με σκοπό την αύξηση των θεατών που θα τα «εκτιμούν». Τότε μπορεί η πυξίδα του να μην δείχνει ακριβώς τον βορά αλλά να μετακινηθεί ανατολικότερα ή δυτικότερα. Τότε εννοώ πως χάνει την ελευθερία του ο καλλιτέχνης.
    Οι μπογιατζήδες, οι καθηγητές (και οι εκδιδόμενοι) είναι ελεύθεροι άνθρωποι (μεγάλη κουβέντα) στο βαθμό που κάνουν αυτό που τους αρέσει.
    Ο καλλιτέχνης θεωρούμε (αξιωματικά για την οικονομία της κουβέντας και μη θεωρώντας απαραίτητα ως τέτοιους κάτι κατεστημένες παλιόφατσες – όχι όλες) κάνει αυτό που του αρέσει. Δηλαδή η έλξη του προς το ωραίο (γενικώς αλλά και προς το ωραίο φύλο δεν αποκλείεται) και η ανάγκη της επικοινωνίας (με τους άλλους και με τον εαυτό του) είναι αυτά που τον «αναγκάζουν» να ασχοληθεί με την Τέχνη.
    Το αν κάποιος βγάζει περισσότερα ή λιγότερα έχει να κάνει με το πώς ζει και όχι με το αν ζει. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης αφορά το δεύτερο.

    Σκέψη της στιγμής: Θα μπορούσε το έργο σου να έχει μεγάλη αποδοχή αν το διέθετες δωρεάν. Ας πούμε ότι ασχολείσαι με την ψηφιακή φωτογραφία και επιτρέπεις στον οποιοδήποτε να κατεβάζει και να εκτυπώνει τα έργα σου χωρίς χρηματικό αντίτιμο. Εισπράττοντας μόνο σχόλια και προβληματισμούς. Θα ικανοποιούνταν η ματαιοδοξία σου αλλά θα πέθαινες από την πείνα.

    Πάντως και στον καινούριο δρόμο (που γράφεις) μάλλον ψάχνοντας πρέπει να πηγαίνει κανείς. Η βεβαιότητα (η απόλυτη σιγουριά, η ασφάλεια και ο εφησυχασμός) αμβλύνουν το νου (και είναι γνωστό ότι είμεθα εγκεφαλικοί καλλιτέχναι).

  7. Ιανουαρίου 22, 2009 στο 11:20 μμ

    Μεγάλη κουβέντα και πολύ σοβαρή και καλά κάνουμε και την κάνουμε αλλά απόψε με διακατέχει μια περίεργη κουλτουροχαβαλοκατάθλιψη και το μόνο που βρίσκω να πω είναι το εξής:
    Θ΄αρχίσω εθιστική διαμαρτυρία στο πεζοδρόμιο του εργαστηρίου και θα αναρτήσω πανό που θα γράφει
    «ΜΠΙΡΑ – ΠΙΝΕΛΟ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»
    (Θα στείλω το σύνθημα και στη γυναίκα μου )
    Παραδίπλα ψησταριά με αναμένα κάρβουνα και θα περιμένω τους μπάτσους να φέρουν σαρδέλες Βόλου που είναι καλοαναθρεμένες σε κείνα τα νερά. (Χοντρό αλάτι έχω)
    ΜΠΙΡΕΣ θα μου φέρει ο ιδιοκτήτης του εργαστηρίου που του χρωστώ 5-6 νοίκια αλλά είναι καλός άνθρωπος (καλύτερος από μένα – γειά σου Γιώργη.)
    ΠΙΝΕΛΑ…κι απ΄αυτά έχω και χρώματα και καμβάδες και όλα τα σχετικά.
    Όσο για την ΕΛΕΥΘΕ…

  8. Ιανουαρίου 23, 2009 στο 1:23 μμ

    ΕΛΕΥΘΕ…

    Γιατί άραγε κόπηκε η λέξη;

    1ο ενδεχόμενο:
    Μπήκε η σολωμαντζάραινα σε τσάκωσε να σερφάρεις κι άρχισε: «Που δε στρώνεσαι να ζωγραφίσεις, να βγάλουμε κάνα φράγκο, το παιδί θέλει γάλα, εγώ καινούργια μάσκαρα….κτλ.»

    2ο ενδεχόμενο:
    Μπήκε ο Γιώργης με παρεμφερές ρεπερτόριο: «Που δε στρώνεσαι να ζωγραφίσεις μπλα…μπλα…
    5 νοίκια…μπλα…μπλα… καλός-καλός αλλά είναι να μην τα πάρω…μπλα…μπλα…»

    3ο ενδεχόμενο:
    Μπήκε η Ελευθερία, το 18χρονο μοντέλο, που σου ποζάρει για ένα προκλητικό γυμνό οπότε σιγά μη συνέχιζες να γράφεις. Δικαίως.

    4ο ενδεχόμενο:
    Μια ανάγκη που δεν έπαιρνε αναβολή (καλές οι μπίρες αλλά…) σε έκανε να στείλεις το μήνυμα ατελείωτο σκεπτόμενος (και σωστά) ότι θα καταλάβω τη συνέχεια.

    «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.»
    Δε θέλει σολωμαντζάραινα (ή κτκούκαινα) και Γιώργη.
    Τα μοντέλα και οι μπίρες δε βλάπτουν.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Blog Stats

  • 163,218 hits

…Στάσεις

Αντιστάσεις, Ενστάσεις, Διαστάσεις, Καταστάσεις, Παραστάσεις, Αναπαραστάσεις, Αποστάσεις, Περιστάσεις, στάσεις γενικώς & αορίστως .

Ημεροδείκτης διαδρομών

Ιανουαρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Πόσοι στέκονται στις «στάσεις» τώρα. Και δεν περιμένουν το λεωφορείο:

eXTReMe Tracker <!-- var EXlogin='ktkouk' // Login var EXvsrv='s10' // VServer EXs=screen;EXw=EXs.width;navigator.appName!="Netscape"? EXb=EXs.colorDepth:EXb=EXs.pixelDepth;EXsrc="src"; navigator.javaEnabled()==1?EXjv="y":EXjv="n"; EXd=document;EXw?"":EXw="na";EXb?"":EXb="na"; EXd.write("");//-->

Αρέσει σε %d bloggers: