01
Ιον.
08

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΙΩΓΑΣ

Στην γκαλερί ΚΑΠΛΑΝΩΝ 5 εξέθεσε την τελευταία δουλειά του, με τίτλο ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ, ο ζωγράφος Γιάννης Ζιώγας. Πριν από κανένα δίμηνο, δηλαδή, αλλά μια δυσκολία στο πως έπρεπε να καταγράψω τις εντυπώσεις μου από την έκθεση δεν μου επέτρεπε (τρόπος του λέγειν) να το κάνω μέχρι σήμερα.

Η δυσκολία μου προέκυπτε από το γεγονός ότι είχα την ευκαιρία να μιλήσω με τον ίδιο τον Γιάννη Ζιώγα (με τον οποίο είχαμε γνωριστεί στο ART-ACT), να του πω το πώς «διάβασα» τα έργα του και να αντιμετωπίσω από την πλευρά του ένα ευγενικό χαμόγελο πριν μου εξηγήσει εκείνος τι είχε «γράψει». ‘Άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη…’. Βρέθηκα μπροστά στο ακανθώδες και δυσεπίλυτο ζήτημα που έχει προκύψει από τότε που ο «θεατής» θεωρεί ότι δικαιούται να αναδημιουργεί (και συνεπώς να ερμηνεύει) το έργο ανεξάρτητα από την πρόθεση του καλλιτέχνη. Διότι αν δεν είχα μιλήσει με τον ίδιο θα κρατούσα την άποψή μου θα την κατέγραφα (σε τούτο δω το σημειωματάριο και στο μυαλό μου) και δεν θα έτρεχε τίποτα. Από τη στιγμή όμως που άκουσα τη σκέψη του ίδιου του ζωγράφου, είναι σχεδόν αδύνατο να μην αποτελεί παράγοντα συνδιαμόρφωσης άποψης από πλευράς μου. Πώς να κάνεις erase σε όσα έχεις ακούσει; Δε γίνεται. Αν ακούς δηλαδή…όχι αν κάνεις πως ακούς, όπως συμβαίνει καμιά φορά…

Τα ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ του Ζιώγα ξεκινούν να δημιουργούνται τυπικά από το 2000 περίπου. Τυπικά, γιατί πρακτικά νομίζω ότι στην άκρη του μυαλού του είχε σαν προορισμό τα μυστικά του τοπία από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε την περιήγησή του στην χώρα της Ζωγραφικής. Είναι απαραίτητο, για όποιον ενδιαφέρεται, να επισκεφτεί τη σελίδα του – ΕΔΩ – και να δει όλες τις δουλειές του, από το 1984 και μετά, για να διαπιστώσει του λόγου το αληθές. Η χειρονομία πότε μικρή και πότε μεγάλη υπάρχει πάντοτε στα έργα του. Στα πρώτα μυστικά τοπία (2000-2003) κάτι μικρές γραμμούλες (χειρονομίες) μοιάζουν να επιτίθενται στην αφαιρετικά ζωγραφισμένη επιφάνεια των έργων του Γ.Ζ. Στα δεύτερα μυστικά τοπία (2006-2007) η επίθεση έχει στεφτεί με επιτυχία, δηλαδή οι μικρές χειρονομίες έχουν καταλάβει την επιφάνεια του πίνακα ολοκληρωτικά. Οποιοδήποτε (έστω αφηρημένο) εξωτερικό περιγραφικό στοιχείο έχει εκλείψει. Στον ακατέργαστο καμβά ο ζωγράφος σχηματίζει τις μικρές χειρονομιακές του φιγούρες, συλλαβές μιας ιδιότυπης, δικής του εμπνεύσεως, γλώσσας. Έπειτα περνάει με ένα διαφανές ή ημιδιαφανές μέσο (medium) ολόκληρη την επιφάνεια του καμβά και εκεί πάνω «αποθέτει» ένα δεύτερο «σμήνος» από παρόμοια σχέδια: καμπύλες γραμμές, μικρά τρίγωνα, φυλλαράκια, σταγόνες. Αυτό επαναλαμβάνεται όσες φορές χρειαστεί μέχρι ο καλλιτέχνης να είναι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Οι διάφορες στρώσεις σχεδίων και μέσων κάποιες φορές (στους μεγάλους πίνακες, 250x250 εκ. περίπου) επιτρέπουν ακόμα και στον σκελετό του τελάρου να φαίνεται (κάτι που και ο ίδιος επιθυμεί, σύμφωνα με τα λεγόμενά του) και να σχηματίζει στο υπόβαθρο παραλληλόγραμμες περιοχές που θα έλεγα ότι παίζουν ρόλο ισοκράτη σε μια ατονική και χαοτική ωστόσο μουσική.

Νομίζω ότι ο Γιάννης Ζιώγας έχει, κατά κάποιο τρόπο, σχηματοποιήσει τις ιδέες, τις απόψεις και τα συναισθήματά του και αυτά ακριβώς τα σχήματα παραθέτει σε επάλληλες επιφάνειες δημιουργώντας τα έργα του. Η πρώτη εντύπωση που είχα, όταν είδα τα μυστικά τοπία του, ήταν ότι η «γλώσσα» του έμοιαζε με εκείνη του Κλιμτ (ήταν η παρατήρηση που έκανα για να εισπράξω το χαμόγελό του) αν αφαιρέσει, βέβαια, κάποιος τα απεικονιστικά στοιχεία (από τα έργα του Κλιμτ). Οι γραμμές και οι κύκλοι του Κλιμτ αντιστοιχούν στις καμπύλες γραμμούλες αλλά και στα τρίγωνα του Ζιώγα. Ο συμβολισμός ωστόσο (κατά τη δική μου άποψη) παραμένει ο ίδιος (υποθέτω ότι οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον συμβολισμό κατά Κλιμτ). Αυτό που ωστόσο είναι σίγουρα διαφορετικό είναι ότι στους πίνακες των μυστικών τοπίων δεν υπάρχει η πρόθεση (αλλά ούτε και το αποτέλεσμα) μιας (και) διακοσμητικής ζωγραφικής.

Τα μυστικά τοπία, τελικά, νομίζω ότι είναι περιοχές στον βαθύτερο εαυτό του Γ.Ζ. τις οποίες επιχειρεί να εξερευνήσει ο ίδιος αφήνοντας ωστόσο (αφού εκθέτει) και όποιον άλλο ενδιαφερόμενο να «τολμήσει» την ίδια περιπέτεια.

ΥΓ. Μια σκέψη, δυο μήνες μετά: Οι καμπύλες γραμμούλες μοιάζουν με σπασμένους κρίκους μιας τεράστιας αλυσίδας. Αλλά δεν μπαίνω στη διαδικασία να επιχειρήσω απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: Ποιος έσπασε την αλυσίδα, ποιον κρατούσε δεμένο κι από τι, αν έπρεπε να σπάσει; κτλ. Να κάνει καμιά δουλειά και κάνας άλλος…

Advertisements

15 Responses to “ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΙΩΓΑΣ”


  1. Ιουνίου 2, 2008 στο 3:18 μμ

    Όπως κι εσύ έγραψες, ο Κλιμτ εντάσει αυτά τα αφαιρετικά στοιχεία σ΄ενα σύνολο το οποίο δημιουργεί κάποιους συμβολισμούς. Αυτά τα στοιχεία στον Κλιμτ εντάσσονται σαφώς σε άλλο πλαίσιο ερμηνείας, δεδομένου πως δεν κάνει αφηρημένη ζωγραφική.
    Αυτά τα μυστικά τοπία του Ζιώγα είναι καθαρά αφαιρετικά.
    Εγώ , ως γνωστόν, είχα πάντα πρόβλημα με την αφηρημένη τέχνη.
    Νομίζω πως μόνο μέσα απο τα πλαίσια κάποιων θεωρητικών αναζητήσεων του καλλιτέχνη μπορεί να ερμηνευτεί.
    Θεωρώ επίσης πως αυτή η θεωρητική αναζήτηση είναι κατάλοιπο του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα και της μανίας κάποιων καλλιτεχνών να μπερδεύουν την τέχνη με την επιστήμη (αργότερα και με τη φιλοσοφία).
    Η επιστήμη έχει σίγουρα προσφέρει πολλά στη ζωγραφική (ειδικά η οπτική), αλλά κάθε τι έχει το όριό του.
    Η υιοθέτηση πχ. απο μέρους του Σερά των ιατρικών μελετών για το πως αναμυγνύονται τα χρώματα μέσα στο μάτι τον οδήγησε σε μια τεχνοτροπία που εξαντλείται σε κάτι εντυπωσιακό αλλά στατικό και κουραστικό τελικά απο την επανάληψη (εξάντλησε κι εμένα κάποτε που αντέγραψα για ένα ξενοδοχείο τους Λουόμενους της Ανιόν)
    Όλες αυτές οι αναζητήσεις του Μπάουχάουζ, έδωσαν κάποια πολύ καλά εγχειρίδια ζωγραφικής και θεωρητικά κείμενα για το χρώμα και το σχέδιο που αυτοί που τα έγραψαν έκαναν πειράματα με όλα τούτα στα έργα τους αλλά για να απαντήσουν στο «τι είναι τέχνη», έπρεπε να χωνέψουν τα στριφνά κείμενα του Βιτγκενστάιν και του Χάιντεγκερ.
    Τελικά όλοι αυτοί που συνεχίζουν και σήμερα με την αφηρημένη ζωγραφική (μιλώ για τους έντιμους) δεν ξέρω αν έχουν αξία ως καλλιτέχνες ή ως φιλόσοφοι που αντί για λέξεις μιλούν με σχήματα και χρώματα.
    (εγώ πάντως το μεταπτυχιακό στη φιλοσοφία το παράτησα στη μέση για ν΄ασχοληθώ επαγγελματικά με τη ζωγραφική)
    Μετά απο όλα τούτα αν θέλεις να ερμηνεύσεις το Ζιώγα διάβασε Βιτγκενστάιν.
    Μπορείς;
    Θέλεις;

  2. Ιουνίου 3, 2008 στο 9:56 πμ

    Ενδεχομένως και να μπορώ αλλά πιθανότατα να μη θέλω. Όχι πάντως για να ερμηνεύσω (να κατανοήσω) τα έργα του Γ.Ζ. Από τη στιγμή που η έκθεση είναι ανοιχτή για το κοινό (και δεν έχει μια ταμπέλα που να γράφει «επιτρέπεται η είσοδος μόνο σε φιλοσόφους, θεωρητικούς και τεχνοκριτικούς») νομίζω πως έχω το δικαίωμα να αντλήσω αισθητική απόλαυση (ή να προσπαθήσω τουλάχιστον) κι εγώ που δεν είμαι τίποτα από τα παραπάνω.

    Το διάστημα από τη φωτορεαλιστική ζωγραφική έως την απόλυτη αφαίρεση είναι αρκετά μεγάλο˙ τόσο τουλάχιστον όσο χρειάζεται για να χωρέσουν όλες εκείνες οι μικρές διαφοροποιήσεις από καλλιτέχνη σε καλλιτέχνη. Κάθε ζωγράφος επιλέγει σε ποιο σημείο (αυτού του διαστήματος) θα «καθίσει» (όχι απαραίτητα οριστικά), σε ποιο σημείο νιώθει πιο άνετα, πιο ελεύθερα και πιο δημιουργικά προκειμένου να αποδώσει τις εικόνες, τα συναισθήματα ή τις ιδέες που έχει στο μυαλό του. Ο πουαντιγισμός (που ανέφερες), ο ιμπρεσιονισμός, ο εξπρεσιονισμός ακόμα κι ο κυβισμός ή ο σουπρεματισμός (και δε συμμαζεύεται) δεν είναι παρά σημεία αυτής της ευθείας ή παρακλάδια που, πάντως, δεν απομακρύνονται πολύ από τον βασικό κορμό. Αν το ένα άκρο του διαστήματος το έχει καταλάβει οριστικά η φωτογραφία και το άλλο (το είχαν ανέκαθεν) οι κατασκευαστές καμβάδων (εννοώ το σκέτο πανί) τότε, λιγότερο ή περισσότερο, η αφαίρεση είναι συστατικό κάθε πίνακα. Γενικότερα η αφαίρεση είναι ένας βασικός μηχανισμός λειτουργίας του μυαλού. Ο Β.Ραφαηλίδης αναφέρει κάπου, ως παράδειγμα, ότι η λέξη «δέντρο» είναι μια αφηρημένη έννοια αφού από όλα τα είδη δέντρων έχουμε αφαιρέσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και κρατάμε μόνο τα ουσιώδη, ή καλύτερα αυτά που χαρακτηρίζουν κάθε δέντρο. Έτσι μπορούμε να συνεννοούμαστε χωρίς να μπλέκουμε σε μια ατέλειωτη σειρά λεπτομερειών που, εντέλει, δεν μας ενδιαφέρουν. Αυτές τις σκέψεις στις γράφω απλά για να σου πω ότι, κατά τη γνώμη μου, η ζωγραφική έτσι κι αλλιώς είναι αφηρημένη και ότι το να λες ότι δεν τα πας καλά με την αφηρημένη ζωγραφική είναι λίγο οξύμωρο. Ίσως να προτιμάς τη λιγότερο αφηρημένη Τέχνη από την ανεικονική (που πάντως κάτι εικονίζει πάντα). Ουδέν μεμπτόν˙ πολύ περισσότερο που μιλάς ΚΑΙ από τη σκοπιά του δημιουργού κι όχι μόνο του θεατή. Ίσως σήμερα, δε, με την εννοιολογική τέχνη, να μη μας ενδιαφέρει και πολύ όλη αυτή η συζήτηση. Ίσως, λέω, μιας και δεν είμαι σίγουρος ότι έχω καταλάβει τι είναι η εννοιολογική τέχνη ακριβώς, ποια η χρησιμότητά της και κατά πόσο μπορεί (ή θέλει) να αποτελέσει μια οριστική στροφή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το αισθητικά αγαθό.

    Η σχέση της Τέχνης με την επιστήμη και κυρίως των καλλιτεχνών με την επιστήμη είναι ένα πολύ ωραίο και μεγάλο θέμα. Δεν έχω σαφή, αποκρυσταλλωμένη άποψη αν και σε γενικές γραμμές, με δεδομένο ότι όλοι έχουν δικαίωμα στη δημιουργία, γιατί να μην το έχουν εκείνοι που η σκέψη τους και η έκφρασή τους επηρεάζονται (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) από τις επιστήμες (τις θετικές όπως η φυσική ή τις θεωρητικές όπως η φιλοσοφία). Επιπροσθέτως σήμερα , στην αυγή της ψηφιακής εποχής, ίσως να μην μπορούμε να αποφύγουμε τον δεσμό ανάμεσα στις δυο αυτές εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας. Πάντως ευχαρίστως θα συμμετείχα σε μια τέτοια κουβέντα (ως αναγνώστης κυρίως αλλά όχι μόνο) αν κάποια στιγμή την ανοίγαμε.
    Παρεμπιπτόντως ο Ζιώγας έχει τελειώσει μαθηματικός στην Αθήνα πριν ασχοληθεί (μεταπτυχιακά) με την Τέχνη. Ακαδημαϊκά εννοώ μιας και, αν μετράω σωστά τις ημερομηνίες, ως δημιουργός ασχολήθηκε αρκετά πριν τις «καλλιτεχνικές» σπουδές του.

    Την Καλημέρα μου σύντεχνε (μ’ έβαλες πρωί-πρωί σε άλλες διαδικασίες ενώ σκεφτόμουν να γράψω δυο λόγια για τον «τρελό» σου κι ενώ έχει προκύψει μέσα μου ένα ωραίο μεν, παράξενο δε, δίλημμα σχετικά με το τι -και το πώς- θέλω να γράψω για τον «χωρισμό» σου. Θα σου εξηγήσω άλλη φορά με email ίσως.)

  3. Ιουνίου 3, 2008 στο 5:09 μμ

    Bλέπεις που κι εσύ κατέφυγες σε φιλοσοφικό παράδειγμα; Αυτό με το δέντρο.
    Το ότι μπορούμε να πέρνουμε αισθητική απόλαυση απο έναν αφηρημένο πίνακα είναι δεδομένο. Γιατί όμως να τον διαχωρίσουμε απο μια εξαιρετική ταπετσαρία που μας προκαλεί την ίδια ή παρόμοια απόλαυση; Γιατί ο δημιουργός ταπετσαριών να μη διεκδικεί δάφνες πρωτοποριακού καλιτέχνη με ανησυχίες;
    Η ζωγραφική εξ αρχής εμπεριέχει την αφαίρεση. Μεταφέρεις κάτι τρισδιάστατο στις δύο διαστάσεις, και όχι μόνο τρισδιάστατο αλλά και έμψυχο συνήθως. Και βέβαια απο πολύ νωρίς η ζωγραφική απέκτησε δεσμούς με τη φιλοσοφία. Οι πιστοί που βλέπουν τις αγιογραφίες μπορεί να μην έχουν ιδέα απο νεοπλατωνισμό ή απο Αριστοτέλη, αλλά στα 200 περίπου χρόνια που κράτησε η εικονομαχία επικαλέστηκε το σύνολο της εως τότε φιλοσοφικής παραγωγής στα επιχειρήματα και των δύο πλευρών, για να καταλήξουν τελικά – οι εικονολάτρεις- στο πολύ απλό «όταν ζωγραφίζουμε έναν άγιο, δεν περιγράφουμε τον άγιο αλλά τον δείχνουμε»
    Είναι μια άποψη που την έχω υιοθετήσει – ή προσπαθώ τουλάχιστον.
    Κατ΄αναλογία με το δέντρο που λες αν γράψεις ένα οβάλ, βάλεις δυο τελειες κι απο κάτω μια κάθετη γραμμη και πιο κάτω μια οριζόντια, έχεις ένα πρόσωπο. Δεν περιγράφεις τίποτα απλά δείχνεις ένα πρόσωπο.
    Αντίθετα στη δύση με το ξεεκίνημα της Αναγέννησης προσπάθησαν με τη ζωγραφικής τους να περιγράψουν τον κόσμο. Τότε εμφανίστηκαν και οι πρώτες συνδέσεις της τέχνης με τηην επιστήμη, αρχής γενομένης με την προοπτική. Ήταν απίστευτη η μανία που έπιασε όλους τους ζωγράφουυς με την τρισδιάστατη αναπαράσταση.
    Για να μη μακρυγορώ φτάσαμε σ΄ένα σήμερα που έχει ξεφύγει αρκετά και η φιλοσοφία και η επιστήμη. Η τέχνη , όσο εξακολουθεί να θέλει να περιγράψει, θα βρίσκεται σε αδιέξοδα. Τι θέλει να μας πει δηλαδή ο καλλιτέχνης που με τους αφηρημένους πίνακες δηλώνει πως περιγράφει τον εσωτερικό του κόσμο ή το εσωτερικό του χάος; Τίποτα δεν θέλει να μας πει παρά μόνο πως είναι ανωτέρου επιπέδου απο αυτόν που φτιάχνει ταπετσαρίες . Κι ούτε και μπορώ να καταλάβω πως έγινε σπουδαίος καλλιτέχνης ο Πόλακ πχ.
    Να εκθέσω κι εγώ τα ρούχα της δουλειάς μου να δεις σουξέ (μου τα ζητούν κάτι πιτσιρικάδες για να πηγαίνουν στα κλαμπ!)
    Και να βγω να πω δυο παπαριές να ανεβάσω την αξία τους.
    Δεν υποτιμώ τις όποιες ανησυχίες μπορεί να έχει ένας ζωγράφος που τον οδηγούν σε διάφορα ψαξίματα. Είναι σίγουρο όμως πως δεν είναι τέχνη για πολλούς (αν και όποτε είναι τέχνη). Θα μου πεις και γιατί να είναι για πολλούς; Εγώ προσωπικά είμαι της άποψης πως ή τέχνη θα πρέπει να προσπαθεί να αγγίξει όσο γίνεται περισσότερους και όχι να απευθύνεται μόνο στους μυημένους. Ακόμα κι όταν γίνεται λαϊκή.
    Αυτά για την ώρα.
    Και πάνω που νόμιζες πως θα ξεμπέρδευες με τον «τρελλό», σου έκατσε κι ένας «γέρων βασιλέφς του παραμυθιού»

  4. Ιουνίου 4, 2008 στο 8:36 πμ

    Κοίτα σύμπτωση. Συζητούσα πρόσφατα με έναν πατριώτη σου (Κρητικό) ζωγράφο, από αυτούς που λέμε αναγνωρισμένους. Δε λέω το όνομά του γιατί δεν ξέρω αν θα είχε πρόβλημα ο ίδιος. Παραστατικός ο ίδιος, μου έλεγε ακριβώς για τον Πόλακ ότι «δεν ξέρει αν θα τον μαθαίναμε ποτέ αν δεν είχε γκόμενα την Γκούνκενχάιμ». Συμφωνώ μαζί του με μια διαφορά: Αν δεν είχε γκόμενα την Γκούνκενχάιμ μπορεί να μην τον μαθαίναμε ποτέ, σύμφωνοι. Αυτό δε σημαίνει ότι θα ήταν μικρότερης αξίας καλλιτέχνης. Θα ήταν ακριβώς της ίδιας (αξίας) άσχετα με το αν τον θεωρεί κάποιος σπουδαίο ή ασήμαντο.
    Προσωπικά θεωρώ έργο Τέχνης οτιδήποτε δημιουργείται με αυτή την πρόθεση. Δηλαδή αν ο σχεδιαστής μιας ταπετσαρίας διεκδικεί καλλιτεχνικές δάφνες (όπως λες), δηλώνοντας ότι κάνει Τέχνη, τότε η ταπετσαρία του είναι έργο τέχνης. Αν θα κερδίσει ποτέ τις «δάφνες» είναι άλλο θέμα. Εξάλλου πολλοί που ζωγράφισαν (και ζωγραφίζουν) στον καμβά δηλώνοντας ότι κάνουν Τέχνη δεν πρόκειται να τις κερδίσουν ποτέ˙ Δικαίως ή αδίκως. Ομολογώ ότι σε αυτήν τη άποψή μου (ότι δηλαδή για να χαρακτηριστεί κάτι ως έργο Τέχνης αρκεί η πρόθεση του δημιουργού) δεν έχω βρει μέχρις στιγμής συνοδοιπόρους. Αλλά προσωπικά δεν μπορώ να βρω και άλλο καθολικό κριτήριο για να ξεχωρίσω το καλλιτεχνικό ον από το καλλιτεχνικό μη ον.

    Γράφεις ότι η Τέχνη θα πρέπει να προσπαθεί να αγγίξει όσο το δυνατό περισσότερους. Αλλά για να το καταλάβω αυτό θα πρέπει να μου λύσεις δύο απορίες. Πρώτον ποιος είναι ο κρίσιμος αριθμός πάνω από τον οποίο θεωρούνται αρκετοί αυτοί που αγγίχτηκαν από ένα έργο Τέχνης ώστε να θεωρείται τέτοιο; Δεύτερον (εφόσον μου έχεις απαντήσει στο πρώτο) αυτό το πλήθος πρέπει να γίνει αποδέκτης σε υπαρξιακό ή σε ιστορικό χρόνο; Δηλαδή αν η ιδιοφυΐα ενός δημιουργού αποκαλυφθεί αρκετά μετά τον θάνατό του μετράει και το μετά θάνατον κοινό; Οπότε πως μπορούμε εμείς, σήμερα, να «κρίνουμε»; Τρίτον (από τα δύο, μην ξεχνιόμαστε) τι σκόπελος είναι αυτός που βάζεις στη ρότα ενός καλλιτέχνη; Δηλαδή πρέπει να έχει στο μυαλό του (έστω σε κάποια άκρη του μυαλού του) τον μέσο (με την έννοια του μεγαλύτερου αριθμού) θεατή; Κι αν αυτά που θέλει να πει αφορούν λίγους; Να μην τα πει;

    Τα ερωτήματα, μάλλον, είναι ρητορικά. Γνωρίζω εκ των προτέρων (νομίζω δηλαδή) τις απαντήσεις σου και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι θα συμφωνώ μαζί σου. Προβληματισμοί είναι περισσότερο παρά ερωτήσεις.

    Να υποθέσω ότι θεωρείς τα έργα του Ζιώγα ταπετσαρίες που αυτοπροτείνονται ως έργα Τέχνης; Μπερδεύτηκα.

    Την Καλημέρα μου.

    ΥΓ.Ημικούζουλος έγραψα; Θεοκούζουλος ήθελα να γράψω αλλά λόγοι αβρότητας δεν μου επέτρεπαν να εκφραστώ έτσι μέσα στο σπίτι σου (έχετε και κάτι κουμπούρια να – με το συμπάθειο- εκεί πέρα που με υποχρέωσαν να υποβαθμίσω τον χαρακτηρισμό). Βέβαια έπαιξε τον ρόλο της και η καλή μου ανατροφή και διαπαιδαγώγηση (γαλλικά, πιάνο, μπαλέτο κτλ)

  5. Ιουνίου 4, 2008 στο 3:35 μμ

    Δεν υπάρχει κρίσιμος αριθμός γιατί όπως λες κι εσύ, μπορεί να αποκαλυφθεί ο καλλιτέχνης μετά θάνατον (του καλλιτέχνη)
    Εννοώ οι εν δυνάμει θεατές του έργου του να μπορούν στην πλειοψηφί τους να το κατανοήσουν ή να τους συγκινήσει ή να τους προκαλέσει σκέψεις κλπ. Να μπορούν τέλος πάντων κάτι να λάβουν απο το έργο.
    Όσο για τον ορισμό του καλλιτεχνικού όντος…πρόθεση μπορεί να έχουν πολλοί. Αξίζουν όλοι το ίδιο;
    Εγώ πάντως ασπάζομαι τη ρήση του Όσκαρ Γουάιλντ, πως «όση αξία σου δίνει η φήμη, δεν στη δίνει η αξία σου όλη»
    Τα έργα του Ζιώγα όπως και να αυτοπροτείνονται – θα σε στεναχωρέσω – ναι μου θυμίζουν ταπετσαρίες, (για κάποια απο τα μυστικά τοπία μιλάω απο όσα είδα στην ιστοσελίδα του.) Εξάλλου δεν έχεις αντίρρηση οι ταπετσαρίες να θεωρούνται έργα τέχνης (που κάποιες απ΄αυτές είναι σπουδαίες ομολογουμένως).
    Όσο για τον Πόλακ, δε νομίζω να έχανε και τίποτα ή τέχνη αν δεν τον μαθαίναμε. Αυτοί που θα έχαναν είναι κάτι αετονύχηδες γκαλερίστες, οι οποίοι- που να τους πάρει ο διάολος – πότε θα με ανακαλύψουν;

  6. Ιουνίου 5, 2008 στο 8:06 πμ

    Γράφεις: «Όσο για τον ορισμό του καλλιτεχνικού όντος…πρόθεση μπορεί να έχουν πολλοί. Αξίζουν όλοι το ίδιο;» Όχι βέβαια! Αλλά πως αλλιώς να ξεχωρίσει κάποιος ένα έργο Τέχνης από ένα που δεν είναι; Λέω δηλαδή, ότι είμαι καλοπροαίρετος απέναντι στη δήλωση του καλλιτέχνη κι από κει και πέρα διατηρώ ακέραιο το δικαίωμα να μην μου αρέσει καθόλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι έργο Τέχνης…

    Ο Πόλακ έδωσε (εμμέσως τουλάχιστον) στην Τέχνη το εξής: (και χάρη στην «αναγνώρισή» του) την απεριόριστη ελευθερία στους μεταγενέστερους να χρησιμοποιήσουν τα υλικά τους όπως τους καπνίσει. Δεν είναι και λίγο αυτό. Αν και προσωπικά βρίσκω μια απίστευτη μουσικότητα στα έργα του (στα dripping μόνο), έναν ρυθμό τόσο συναρπαστικό που (ίσως) μόνο η ανεικονική ζωγραφική μπορεί να έχει.

    Οι αετονύχηδες γκαλερίστες…Για να σε βρουν, κομμάτι δύσκολο. Βρίσκονται κάπου στον τρίτο όροφο (του δικού σου υπέροχου κτίσματος) και κατεργάζονται σχέδια για το ποιους εργάτες της Τέχνης θα προάγουν σε διευθυντές και ποιους θα απολύσουν προκειμένου να πάει καλύτερα η επιχείρησις. Άρα θα πρέπει να πάρεις τη σκάλα υπηρεσίας να ανέβεις 4 πατώματα (απ’ το υπόγειο) και να μπουκάρεις πιάνοντάς τους στον ύπνο. (Άρα η επιχείρηση πρέπει να λάβει χώρα μεσημεράκι που είναι κλειστές οι γκαλερί).

    Και έρχομαι στο φλέγον ζήτημα. Με στεναχώρησες όντως… Θα πω στην Κατερίνα να φτιάξει το κοτόπουλο με πατάτες το μεσημέρι για να πνίξω τον καημό μου στο άμυλο.

    Την Καλημέρα μου σύντεχνε.

  7. Ιουνίου 5, 2008 στο 6:49 μμ

    Δηλαδή αποκλείεται κάτι να είναι έργο τέχνης δίχως αυτός που το έφτιαξε να δηλώσει πως κάνει τέχνη;
    Μου θυμίζεις τον Ψαραντώνη που λέει πως δεν είναι παραδοσιακός μουσικός! (κύριε Ψαραντώνη είστε αυτοδίδακτος; τον ρώτησε πριν χρόνια στην τηλεόραση μια παρουσιάστρια. «Όοοχι! αμοναχός μου έμαθα» )
    Όσο για τον Πόλακ δεν είμαι σίγουρος γι΄αυτό που λες . Αναρρωτιέμαι πόσοι πριν απ΄αυτόν δεν έκαναν το ίδιο αλλά δεν τολμούσαν να το δείξουν φοβούμενοι τον εξευτελισμο. Μάλλον οι…αετονύχηδες που λέγαμε έδωσαν στους μεταγενέστερους αυτή την ελευθερία (στον 3ο είπες; )

    Κι έρχομαι κι εγώ στο φλέγον ζήτημα: Τι σ΄έχει πιάσει τελευταίως; Επίτηδες μου το κάνεις; Αυτά είναι χτυπήματα κάτω απο τη μέση.
    Τη μια οι λαχανοντολμάδες, τώρα τα αμυλούχα κοτόπουλα … κι εγώ τρεις μέρες τώρα τρώγω νερόβραστα κολοκύθια σε διάφορες παραλλαγές, καθότι προσπαθώ να κάνω δίαιατα εδώ κανα μήνα.
    Βαλτός είσαι;
    Αλλά επειδή όλα εδώ πληρώνονται έχω να σου πω πως το κοτόπουλο με πατάτες εγώ δεν το ψήνω στην κουζίνα αλλά στον ξυλόφουρνο! (καμία σχέση)
    Καλήν εσπέρα και…καλή όρεξη.

  8. Ιουνίου 5, 2008 στο 6:50 μμ

    Υ.Γ. Πως μπήκαν αυτές οι φατσούλες στο σχόλιό μου;;;!!!!
    Δεν τις έβαλα εγώ.

  9. Ιουνίου 6, 2008 στο 7:49 πμ

    Όταν κάποιος φτιάχνει κάτι δεν μπορεί να πει ότι δεν κάνει τίποτα. Μπορεί να κάνει τέχνη (με μικρό ταυ) αλλά μπορεί και να κάνει Τέχνη (με κεφαλαίο ταυ). Μπορεί να κάνει σχεδιάκια και μουτζούρες σε ένα χαρτί (π.χ. μιλώντας στο τηλέφωνο) ή μπορεί να κάνει τα ίδια σχεδιάκια και τις ίδιες μουτζούρες στο ίδιο χαρτί αλλά με την πρόθεση να αποτυπώσει τα συναισθήματά του (κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος). Το πρώτο χαρτί δεν είναι έργο Τέχνης γιατί δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση (μπορεί να είναι ψυχογράφημα αλλά πάντως έργο Τέχνης δεν είναι). Το δεύτερο όμως είναι. Διότι υπάρχει η πρόθεση. Μπορεί να είναι το χειρότερο έργο που δημιουργήθηκε ποτέ. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Το πρώτο χαρτί μπορεί να θεωρηθεί έργο Τέχνης μόνο αν κάποιος (ο ίδιος ο δημιουργός ή άλλος) το προτείνει ως τέτοιο. Αλλά και σ’ αυτήν την περίπτωση υπάρχει η πρόθεση (εκείνου που προτείνει). Παράδειγμα γνωστό η «Κρήνη» του Ντισάν. Όταν ο βιομηχανικός σχεδιαστής σχεδίαζε τον ουρητήρα δεν έκανε Τέχνη. Εξασκούσε την τέχνη που έμαθε σε κάποια σχολή. Όταν όμως ο Ντισάν αποφάσισε να τον γυρίσει ανάποδα, να τον μετονομάσει και να τον εκθέσει, τότε ακριβώς το ίδιο αντικείμενο έγινε έργο Τέχνης. Γιατί υπήρξε η πρόθεση (του Ντισάν). Ένα σχέδιο της κόρης μου (2,5 ετών) δεν είναι έργο Τέχνης. Μπορεί να με συγκινεί, να μου δίνει σε έναν βαθμό να καταλάβω το πώς αντιλαμβάνεται τον κόσμο, το πώς νιώθει. Κι ενώ τελικά επιτυγχάνεται (η όποια) επικοινωνία ανάμεσά μας ωστόσο οι ζωγραφιές της δεν είναι έργα Τέχνης. Επικοινωνία έχουμε κι εμείς σ’ αυτόν το διάλογο. Δεν κάνουμε Τέχνη όμως. Ένα έργο όμως του Μιρό (πανομοιότυπο με κάποιο της κόρης μου, ας κάνουμε αυτήν την υπόθεση εργασίας μιας και η Ιωάννα ζωγραφίζει καλύτερα) είναι έργο Τέχνης. Γιατί από πίσω υπάρχει η πρόθεση. Η πρόθεση κάποιου που κατέχει το μέσον του και το χρησιμοποιεί συνειδητά για να αποτυπώσει τα συναισθήματά του, τις ιδέες του ακόμα και το ασυνείδητό του.

    Υπάρχουν κάτι μουσίτσες (για να χρησιμοποιήσω παράδειγμα από παλιότερη κουβέντα μας) που είναι σκέτα «έργα Τέχνης». Δεν μπορούμε όμως να βγάλουμε τα εισαγωγικά διότι αν πάρουμε την θεολογική εκδοχή ο Δημιουργός δεν είχε τέτοια πρόθεση ενώ αν πάρουμε την υλιστική ο δημιουργός τους ήθελε απλά να πηδήξει. Κανένας δεν έκανε Τέχνη.

    Τα χτυπήματα δεν είναι κάτω από τη μέση με την τρέχουσα σημασία της φράσης αλλά πίσω (ή μέσα) από τη μέση, στο στομάχι. Είναι ακούσια. Ένας άνθρωπος (εγώ) που γελάει όταν ακούει για «το ράλι ανόδου στην τιμή του πετρελαίου», επειδή το συγκρίνει με το ράλι ανόδου στις τιμές της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων του, δεν θα έκανε κάτι τέτοιο επίτηδες. Για να σου αποδείξω την καλή μου πρόθεση σου λέω ότι σήμερα θα φάω βραστά χόρτα…

    …(σαν σαλάτα με τον μπακαλιάρο και τη σκορδαλιά).

    Την Καλημέρα μου.

    ΥΓ. Οι φατσούλες βγαίνουν αυτόματα όταν κάποιος βάζει ερωτηματικό ή θαυμαστικό κολλητά με μια παρένθεση. Θα προσπαθήσω να διορθώσω χειροκίνητα την αλλοίωση του σχολίου σου.

  10. 10 φαίδρα φις
    Ιουνίου 6, 2008 στο 1:26 μμ

    εννόησα τα περί κατολισθήσεως μόλις είδα τα σχόλια…
    τι να γράψω εγώ τώρα?
    τί-πο-τα.

    σας φιλώ

  11. Ιουνίου 6, 2008 στο 3:46 μμ

    Αγαπητή Φαίδρα,
    είμαι σίγουρος ότι ως ειδική επί ζητημάτων της thalassas εντοπίσατε μέσα στην ακατάσχετη φλυαρία που μας έχει πιάσει με τον Αλέξανδρο τον επίμαχο σκόπελο.
    Η νύξη είναι ακριβώς αυτή αλλά ο σκόπελος είναι τόσο ογκώδης που και ένας τόμος δεν θα αρκούσε για να τον περιγράψει. Πάντως ο σκόπελος δείχνει ότι μπορεί να είναι terra incognita αλλά (επίσης και) ευεπίφορος σε εξερεύνηση οπότε ίσως μετονομαστεί (ή μετατραπεί) σε Σκόπελο δηλαδή σε ένα υπέροχο νησί. Ωστόσο αν μιλούσαμε με μυθολογικά κριτήρια το μυστικό όνομά του θα ήταν Κύθηρα. (που παρεμπιπτόντως «ποτέ δε θα τα βρούμε»)

    Σας φιλώ επίσης,
    Κώστας

  12. 12 φαίδρα φις
    Ιουνίου 9, 2008 στο 10:24 πμ

    οι κατολισθήσεις σας ήταν η αιτία του χθεσινού σεισμού?
    είστε καλύτερα τουλάχιστον?

    σας φιλώ
    καλημέρα στέρεη νομίζω

  13. Ιουνίου 10, 2008 στο 7:29 πμ

    😉
    Καλημέρα καλό μου Αερικό.

  14. Ιουνίου 14, 2008 στο 12:53 πμ

    Δηλώνω εξ αρχής πως η πρόθεσή μου είναι να κάνω τέχνη με το σχόλιο που θα γράψω.
    Κατ΄αρχήν πρέπει να πω ότι έλειψα για λίγες ημέρες απο τα μπλογκς όχι γιατί μ΄έριξε κάτω η δίαιτα αλλά γιατί με τα γραφτά σου αποφάσισα να της βάλω μια παρένθεση κι έτσι μου έπεσε λίγο παραπάνω ……σκόρδο στη σκορδαλιά που έφτιαξα!
    Διαπίστωσα επίσης , απο το τελευταίο σου σχόλιο πως οι κόρες μας θα έκαναν φοβερή παρέα – καθώς εμείς θα πίναμε μπίρες με σκορδαλιά – και ενώ η δική σου θα της μάθαινε ζωγραφική – που εγώ ακόμα δεν το έχω καταφέρει να της την διδάξω- η δική μου θα της μάθαινε ….χορό ! (που της τον έχω διδάξει τέλεια)
    Ηλικιακά εξάλλου είναι κοντά (6-7 μήνες πιο μικρή είναι η Σαββίνα) οι μπαμπάδες τους.
    Όσο για τις μουσίτσες, διαφωνώ κάθετα (και ξαπλωτά)
    Ο, η, το Δημιουργός τους είχε ξεκάθαρη πρόθεση.
    Εξάλλου το έχει αποτυπώσει η λαϊκή σοφία στην εξής μαντινάδα:
    «Άμε να πεις της μάνας* σου να κάμει κι άλλη γέννα
    να κάψει κι αλλονών καρδιές ως έκαψεν εμένα»

    *δημιουργός ή φορέας του δημιουργού καλλιτέχνη ο οποίος είναι σαφές πως είχε ….πρόθεση.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Blog Stats

  • 163,221 hits

…Στάσεις

Αντιστάσεις, Ενστάσεις, Διαστάσεις, Καταστάσεις, Παραστάσεις, Αναπαραστάσεις, Αποστάσεις, Περιστάσεις, στάσεις γενικώς & αορίστως .

Ημεροδείκτης διαδρομών

Ιουνίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.   Ιολ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Πόσοι στέκονται στις «στάσεις» τώρα. Και δεν περιμένουν το λεωφορείο:

eXTReMe Tracker <!-- var EXlogin='ktkouk' // Login var EXvsrv='s10' // VServer EXs=screen;EXw=EXs.width;navigator.appName!="Netscape"? EXb=EXs.colorDepth:EXb=EXs.pixelDepth;EXsrc="src"; navigator.javaEnabled()==1?EXjv="y":EXjv="n"; EXd=document;EXw?"":EXw="na";EXb?"":EXb="na"; EXd.write("");//-->

Αρέσει σε %d bloggers: