ΚΙΝΔΥΝΟΙ
Νοεμβρίου 20, 2009 από ktkoukΧαμογέλασες…
Νοεμβρίου 17, 2009 από ktkoukΔιανοητικό – Διαπολιτισμικό – Διαπλανητικό Πινγκ Πονγκ
Νοεμβρίου 13, 2009 από ktkoukΠολύ Χρήσιμα Αντικείμενα: Σμικρυντικός φακός για Μεγαλοστομίες
Νοεμβρίου 11, 2009 από ktkoukΓΙΩΡΓΟΣ ΦΕΡΕΤΟΣ
Νοεμβρίου 6, 2009 από ktkoukΜέχρι τις 7 Νοεμβρίου (μόλις που προλαβαίνετε) εκθέτει στην γκαλερί ΕΚΦΡΑΣΗ-ΓΙΑΝΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ ο ζωγράφος Γιώργος Φερέτος τη δουλειά του με θέμα «Ανεμογενή Τοπία».
Τα έργα του Φερέτου που παρουσιάζονται σ’ αυτή την έκθεση είναι φτιαγμένα με κάρβουνο σε χαρτί (με εξαίρεση ένα που είναι κάρβουνο σε καμβά). Η επιλογή μόνο τέτοιων (ασπρο-γκριζό-μαυρων έργων) αποδεικνύεται κατά την άποψή μου σοφή αφού περιπλανώμενος στον ζωγραφικό κόσμο του Γ.Φ. , στις δύο αίθουσες της γκαλερί, ένιωσα (πράγμα όχι και πολύ συχνό) ότι βρισκόμουν ενώπιον μίας (ή σωστότερα, εντός μιας) ολοκληρωμένης άποψης, εγκατάστασης. Ο ζωγράφος ανοίγει τις πύλες του κόσμου του και όχι μόνο προσκαλεί τον θεατή αλλά τον κάνει να νιώσει άνετα και οικεία από τους πρώτους πίνακες.
Χωρίς τοπικούς προσδιορισμούς και χωρίς φλυαρίες, που θα συρρίκνωναν το οπτικό και το νοητικό πεδίο του «αναγνώστη», τα ανεμογενή τοπία μπορεί να είναι πραγματικά αλλά μπορεί να είναι και φανταστικά και εν πάση περιπτώσει επιβάλλεται να ξανα ανακαλυφθούν με δημιουργικό τρόπο από τον κάθε θεατή. Ίσως και σ’ αυτή την απροσδιόριστη ταυτότητά τους να οφείλεται το αίσθημα οικειότητας που προκαλούν. Ο καθένας μπορεί να τα αναγνωρίσει ως κομμάτια του δικού του στοκ εικόνων της μνήμης του ή ως προεκτάσεις της δικής του παραγωγικής φαντασίας.
Για την μαστόρικη δεξιοτεχνία στο σχέδιο του Φερέτου δε χρειάζεται να πω και κάτι αφού μπορεί να τη διαπιστώσει κανείς στα λίγα έργα που σκάναρα από τον κατάλογο και παραθέτω στο τέλος.
Δυο πράγματα που με εντυπωσίασαν:
Πρώτον η επιλογή του «φωτισμού» των έργων. Στα περισσότερα (δείτε τα 2 πρώτα παρακάτω) η φωτεινή πηγή -άλλοτε εμφανής κι άλλοτε κρυμμένη- φωτίζει μια περιοχή στο κέντρο του πίνακα και το «φως» σβήνει καθώς προχωρούμε προς την περιφέρεια του τοπίου. Αυτό χωρίζει είτε οριζόντια είτε κάθετα τον πίνακα σε 3 ζώνες με ασαφή ωστόσο σύνορα. Η οριζόντια διαίρεση (αυτή σκέφτομαι όλες τις μέρες, την κάθετη μόλις την συνειδητοποίησα) φτιάχνει ένα μονοπάτι από το σκοτεινό εδώ σε ένα εξίσου σκοτεινό εκεί που όμως προκειμένου να το διασχίσει κανείς πρέπει να περάσει από ένα φωτεινό ανάμεσα. Οι υπαρξιακές αναφορές από τη γέννηση προς τον θάνατο μέσω της ζωής είναι προφανείς. Οι ψυχολογικές αναφορές της προσέγγισης, του εδώ με το εκεί, στο μέσον -όπου υπάρχει το φως- επίσης. Κάπου εκεί ανάμεσα (αλλά τα όρια παραμένουν γοητευτικά απροσδιόριστα πάντα) συναντιούνται η ζωή με το θάνατο, εγώ με εσένα, η γη με τον ουρανό, η ύλη με το πνεύμα κοκ.
Το δεύτερο πράγμα που με εντυπωσίασε ήταν η κλίση του ορίζοντα σε αρκετά έργα (δείτε το τρίτο έργο, υπάρχουν κι άλλα). Το σχέδιο του Φερέτου (σ’ αυτή τη δουλειά του τουλάχιστον) είναι παραστατικό και η κλίση του ορίζοντα μοιάζει παραξενιά. Δεν είναι όμως. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν η κλίση που αυθόρμητα παίρνει το κεφάλι μας όταν βρισκόμαστε σε ένα πανοραμικό τοπίο (όχι ζωγραφικό, πραγματικό – αν υποθέσουμε ότι το ζωγραφικό δεν είναι πραγματικό- άλλη κουβέντα). Είτε ο καλλιτέχνης έκανε το ίδιο, είτε θέλοντας να αποδώσει αυτή την κίνηση «έκοψε» το έργο του κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αλλά θα μπορούσε και η επιλογή του να είναι εντελώς αυθαίρετη (κι αυτό είναι βέβαια απολύτως δικαιολογημένο σε ένα έργο Τέχνης) και το μόνο που θα είχε στο μυαλό του να είναι οι εντυπωσιακές τομές που δημιουργούν οι διαγώνιες στο χαρτί του. Πολλά ακόμα θα μπορούσε να σημαίνει αυτή η κλίση: από φυσικές ή ψυχολογικές ασταθείς ισορροπίες μέχρι ένα εξαντλητικό ζουμάρισμα μιας εικόνας από δορυφόρο κτλ.
Αν βρεθείτε αύριο ή μεθαύριο στο κέντρο της Αθήνας περάστε μια βόλτα από την έκθεση. Σίγουρα αξίζει πολύ περισσότερα από το τμήμα του (πολύτιμου) χρόνου που θα διαθέσετε για την παράκαμψη στο στενό της Βαλαωρίτου.
Κάθε έργο από τα παρακάτω έχει διαστάσεις 100×150εκ.
Tango VI
Νοεμβρίου 4, 2009 από ktkoukΜερικές φορές δεν χρειάζεται παρά ΚΟΙΝΟΣ ΝΟΥΣ
Οκτωβρίου 29, 2009 από ktkoukKOUKOU-ZELES : αυτοπροσωπογραφία
Οκτωβρίου 19, 2009 από ktkoukπερίσσευματα…
Οκτωβρίου 5, 2009 από ktkoukΚι από Δευτέρα…
Οκτωβρίου 2, 2009 από ktkoukΠολύ χρήσιμο αντικείμενο: Χτένα για Λερναία Ύδρα
Σεπτεμβρίου 29, 2009 από ktkoukΑναζητώντας τον χαμένο Κρόνο…
Σεπτεμβρίου 24, 2009 από ktkoukΜΟΥΝΚ Καπέλο
Σεπτεμβρίου 12, 2009 από ktkouk*ευχαριστώ τον σύντεχνο για την ιδέα !
ΒΟΤΑΝΟΛΟΓΙΑ
Αυγούστου 31, 2009 από ktkoukΝΕΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗΣ (1992-2009) – Παραστατική τέχνη
Αυγούστου 19, 2009 από ktkoukΣτο παλιό σχολείο , στο Κάστρο της Σίφνου, φιλοξενήθηκε (29 Ιουλίου-31 Αυγούστου 2009) μέρος της έκθεσης με τα Νέα Αποκτήματα της Εθνικής Πινακοθήκης. Η συγκεκριμένη έκθεση είναι η έκτη και μικρότερη) εκδοχή των «Νεών Αποκτημάτων», μετά από τις μεγαλύτερες σε όγκο που παρουσιάστηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη (2006, 2007), στο Ναύπλιο, στον Πύργο και στην Πάτρα.
Στο παλιό σχολείου του Κάστρου, διοργανώνονται τα τελευταία χρόνια ενδιαφέρουσες εκθέσεις με κορυφαία, μάλλον, την περσινή του Παναγιώτη Τέτση με (κυρίως αν όχι αποκλειστικά) Σιφναίικα θέματα.
Στη φετινή έκθεση οι καλλιτέχνες είναι βέβαια πολλοί, και σημαντικοί, και το ύφος της εντελώς διαφορετικό. Επιμελήτρια της έκθεσης η Δρ. Λίνα Τσίκουτα-Δεϊμετζή (σύμφωνα με τον κατάλογο της έκθεσης). Έχει ένα ενδιαφέρον να ξεκινήσω τις σημειώσεις μου από τον κατάλογο, για να ξεπετάξω τις αρνητικές εντυπώσεις στην αρχή και να μου μείνουν οι θετικές -μαζί με τη γλυκιά γεύση- για το τέλος. Το πρώτο κείμενο του καταλόγου ανήκει στην Μαρίνα Πλάκα-Λαμπράκη, όπου αφού μας εξηγεί περιληπτικά τον λόγο ύπαρξης και λειτουργίας των μουσείων, φροντίζει με ήπιο αλλά σαφή τρόπο να μας διευκρινίσει, ότι όταν μιλάμε για «Νέα Αποκτήματα» εννοούμε τα έργα που έχει αποκτήσει η Πινακοθήκη επί δικής της διεύθυνσης και τα οποία είναι πάνω από 3.000. Θα μπορούσε δηλαδή η έκθεση να έχει το όνομά της ως τίτλο, και με επεξηγηματικό υπότιτλο «…έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ την Τέχνη». Θα ήταν πιο διευκρινιστικό και πιο τίμιο (με την έννοια του πιο ξεκάθαρου). Κατά τη γνώμη μου βέβαια, θα έπρεπε η αναφορά να λείπει εντελώς, κι όσοι ασχολούνται και το καταλάβαιναν, ας το καταλάβαιναν. Αλλά επειδή ο στόχος της επισήμανσης (υποθέσεις κάνω) ήταν άνθρωποι που δεν ασχολούνται, αλλά φωτογραφίζονται στα εγκαίνια των εκθέσεων (με σαμπάνια στο χέρι και κεφτεδάκι στο στόμα), θεωρήθηκε μάλλον απαραίτητη η επισήμανση. Μη τυχόν και περάσει ντούκου.
Επίσης διαβάζω στον κατάλογο ότι στην έκθεση περιλαμβάνονται έργα των εξής καλλιτεχνών (με τυχαία σειρά): Φασιανού, Σκουλάκη, Κουζούνη, Μαυροείδη, Κεσσανλή, Τέτση, Μυταρά, Κοκκινίδη, Δανιήλ, Μπότσογλου, Χριστάκη, Ρόρρη, Μπήτσικα, Βαλαχάκη, Σπηλιόπουλου, Μανουσάκη, Χουλιαρά αλλά και γλυπτά των Καπράλου, Αβραμίδη και Ευθυμιάδη-Μενεγάκη. Χαζεύω μια στιγμή τον κατάλογο και αρχίζω την περιπλάνησή μου στον χώρο των (υπέροχων) σχημάτων και χρωμάτων∙ για να διαπιστώσω με την πρώτη ματιά (και δεν είμαι και κανένας αετομάτης) ότι κάποια από τα έργα του καταλόγου ΔΕΝ υπάρχουν στην αίθουσα, και σε τρεις περιπτώσεις δεν υπάρχουν καν έργα κάποιων καλλιτεχνών. Απών ο Μαυροείδης, απών ο Κεσσανλής, απών κι ο Κουζούνης. Πριν προλάβω, ένας κύριος πριν από μένα ρώτησε τον νεαρό στην είσοδο που μοίραζε και τους καταλόγους, αν η έκθεση συνεχίζεται και σε κάποιο άλλο χώρο. Μας είπε πως “όχι” και εξήγησε ότι επειδή ο χώρος είναι μικρός κάποια έργα δεν αναρτήθηκαν. Τρεις (κακές; ) σκέψεις.
Πρώτη. Η επιμελήτρια της έκθεσης (η Δρ. που αναφέρω παραπάνω) δεν επισκέφτηκε άραγε το χώρο πριν τα εγκαίνια; Υποθέτω ότι για να είναι (όπως διαβάζω) επιμελήτρια της Εθ. Πινακοθήκης, θα πρέπει να έχει μια σχετική εμπειρία και να καταλαβαίνει πόσοι πίνακες χωράνε σε ένα δωμάτιο. Ή μήπως δεν επισκέφθηκε τον χώρο πριν τυπωθεί ο κατάλογος – που περιείχε κείμενό της με αναφορά στα έργα των «απόντων» ωσάν να ήταν παρόντες;
Δεύτερη. Γιατί να υπάρχουν δύο έργα του Φασιανού, και δύο του Μπότσογλου, αλλά κανένα του Μαροείδη ας πούμε;
Τρίτη (η πιο κακή). Οι τρεις «απόντες» είναι συγχρόνως και απόντες από τον μάταιο τούτο κόσμο, οπότε δε θα μπορούσαν να παραβρεθούν στα εγκαίνια και να διαμαρτυρηθούν για την «αδικία»… (ούτε να φωτογραφηθούν βεβαίως…)
Τα έργα βέβαια, είναι καταπληκτικά (και θα τους άξιζε καλύτερη οργάνωση στο στήσιμό τους). Την (κακώς εννοούμενη) ερασιτεχνική οργάνωση όμως αντισταθμίζει ο υπέροχος χώρος, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά αλλά και σε ότι αφορά την έντονα παρούσα «μνήμη» του τόπου.
Μπαίνοντας στην αίθουσα και ξεκινώντας την περιήγηση από δεξιά, δύο μεγάλα πορτραίτα ολόσωμα (Μαρίνα ΙΙ) του Π. Τέτση, σε σπρώχνουν προς τα πίσω, ώστε να μπορέσεις να τα απολαύσεις σε όλη τους τη μνημειακή τους μεγαλοπρέπεια (2x1μ. έκαστο). Δε γνωρίζω ποια είναι η Μαρίνα Ψάλτη που απεικονίζουν, αλλά σίγουρα η «καίρια» πινελιά του δάσκαλου και τα χρώματα (με «μαγνητικές» ιδιότητες) σε απορροφούν πλήρως, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις. Ο ρυθμός που δίνει με την ‘μπαγκέτα’- πινέλο ο Τέτσης είναι (ή μοιάζει) φρενήρης σε αντίθεση/κοντράστ με την αδιάφορη στάση του μοντέλου του και τη νωχελική (ή ίσως μελαγχολική) έκφραση του προσώπου. Αλλά μιλάμε για τον Τέτση…
Στη συνέχεια ένα δίπτυχο του Κοκκινίδη (η κάθοδος). Μια μεσαίου μεγέθους χρυσοκίτρινη επιφάνεια, μια μικροσκοπική φιγούρα που κατεβαίνει (από μια πλαγιά;), κάτι κτίσματα, ένα άλογο μαύρο που μάλλον ξερνάει κάτι κόκκινο (θα μπορούσε και να το τρώει αλλά νομίζω ότι τα άλογα είναι χορτοφάγα) κι ένα λουλούδι (μπαμπακοανθός; ) μεγάλο (σε σχέση με τα υπόλοιπα) που φαίνεται ολόκληρο από τη ρίζα μέχρι τον ανθό. Η περίεργη μεταφυσική ατμόσφαιρα είναι αυτή που κυρίως σε κάνει να σταθείς μπροστά σε τούτο το έργο. Ίσως η επιλογή της κίτρινης απόχρωσης που ενοποιεί αξεχώριστα τα μέρη του φόντου (δίνοντάς του όποιες ερμηνείες προ-κουβαλάει ο κάθε θεατής μέσα του) να εντείνει αυτή τη μεταφυσική αίσθηση. Θες η αιχμηρότητα του κίτρινου; θες που θεωρείται το χρώμα της τρέλας; θες που για να είσαι Αεκτζής ακόμα (επί βάτραχου, αν και το έργο είναι του 1989) κάτι σημαίνει για τας φρένας σου; Ποιος ξέρει. Πάντως το συναίσθημα αντίδρασης που προκαλεί είναι έντονο και γι’ αυτό σημαντικό.
Στη συνέχεια υπάρχει ένα μεγάλων διαστάσεων ολόσωμο πορτραίτο που φιλοτέχνησε ο Σκουλάκης με τη γνωστή φωτογραφική/καρτουνίστικη τεχνική του και απεικονίζει τον Γιάννη Μόραλη, καθισμένο σε μια πολυθρόνα. Στραμμένος προς τα μέσα (3/4), βλέπουμε την πλάτη του, αλλά με μια ελαφριά στροφή του κεφαλιού το πρόσωπο απεικονίζεται προφίλ. Δυο πινέλα κι ένα σωληνάριο χρώματος στο πάτωμα «δίνουν» την ιδιότητα του απεικονιζόμενου. Ωραία χρώματα, αξιοζήλευτο σχέδιο, αλλά η «περιήγηση» σταματάει εκεί. Τα μάτια μου δεν μπόρεσαν να μεταφέρουν τίποτα περισσότερο, κανένα επιπλέον ερέθισμα στον εγκέφαλό μου (παρακαλείστε όπως μη χασκογελάτε κατά τη διάρκεια της αφήγησης).
Προσπερνώ ένα έργο του Φασιανού (θα ασχοληθώ σε λίγο με ένα σπουδαιότερο δικό του) για να «σκοντάψω» πάνω σε μια σπουδαία σύνθεση του Μπότσογλου. Λώ να σκοντάψω γιατί η σύνθεση αποτελείται από δύο τμήματα: Έναν πίνακα που παρουσιάζει ένα ολόσωμο γυμνό πορτραίτο του καλλιτέχνη, ανφάς, κι ένα γύψινο γλυπτό (κομμένο σε τέσσερα ενωμένα κομμάτια) που παρουσιάζει πάλι το γυμνό κορμί του καλλιτέχνη αφού έχει «πέσει» και δίνει και τον τίτλο στη σύνθεση: «η πτώση». Εννοιολογικό έργο, πολλά θα μπορούσε να πει κανείς ή να σκεφτεί. Να μείνω μόνο στην απίθανη χρήση του καμβά του χρώματος και του πινέλου (κι από τις δυο πλευρές του). Πολλές φορές όταν στέκομαι μπροστά σε ζωγραφικά έργα του Μπότσογλου αντιλαμβάνομαι την ανάγκη του να «βγει» στον χώρο: Πολλές στρώσεις χρώματος, τις οποίες ξύνει (με το πίσω μέρος του πινέλου ή με σπάτουλα ή ίσως και με τα νύχια;) αντιμετωπίζοντας την πάστα του χρώματος σαν πλαστική γλυπτική ύλη περισσότερο απ’ ότι σαν χρωματική∙ κι αυτό δημιουργεί (ψευδ-)αισθήσεις χρονικότητας καθώς είτε τα επίπεδα που φαίνονται σαφώς, είτε εκείνα που φαίνονται πίσω από τα ξυσίματα είτε εκείνα που υποθέτουμε πίσω από τις στρώσεις της πάστας αφήνουν να εννοηθεί (με σαφή τρόπο) ότι αυτό που απεικονίζεται δεν είναι ένα συγκεκριμένο κορμί μια συγκεκριμένη στιγμή αλλά ένα πρόσωπο που έχει διαμορφωθεί από όσα έχει ζήσει μέχρι τη στιγμή της απεικόνισής του. (Πικάντικη λεπτομέρεια: η γλυπτική φιγούρα είναι πιο «προικισμένη» από τη ζωγραφική τοιαύτη. Αν δεν είναι τυχαίο, ίσως να υπονοεί ότι η πτώση προκαλεί ένα είδος διέγερσης ή και οργασμού αν μιλάμε για «τελική πτώση».)
Αφήνω πίσω μου, ένα δεύτερο έργο του Μπότσογλου (αυτοπροσωπογραφία πάλι, σε κίτρινο φωτεινό φόντο) και τη «φιγούρα Νο23» (1,55x1,70-κάρβουνο σε χαρτί) του Τάσου Χριστάκη (μια «πεσμένη» θολή φιγούρα σε ένα σεληνιακό τοπίο). Φτάνω μπροστά στο έργο «Γυναίκα και σκύλος» του Δημήτρη Μυταρά. (Ανοίγει παρένθεση για ένα ακόμα μικρό σχόλιο περί της επιμέλειας της έκθεσης: Στο καρτελάκι δίπλα στον πίνακα αρχικά αναφερόταν ο δημιουργός ως Γιάννης Μυταράς ! Εντάξει, ένα λαθάκι κάναμε… Το σβήσαμε με μια μουτζούρα από στυλό κι από δίπλα στριμώξαμε, πάλι με στυλό, το όνομα Δημήτρης. Ουδείς άσφαλτος, που λέει και η λαϊκή αοιδός – η οποία σωστά το λέει αλλά οι κουλτουριάρηδες πέσανε να τη φάνε). Το «γυναίκα και σκύλος» είναι ένα μεγάλων διαστάσεων έργο (με το μάτι περίπου 2,20 x 1,80) με μια γυναικεία φιγούρα στο επάνω μέρος του κεντρικού κάθετου άξονα (κάπως κεκλιμένου) κι ένα σκύλο στο κάτω. Η γνωστή νευρική γραμμή του Μυταρά (που αποδίδει τις μορφές του σε μια ανήσυχη κίνηση), τα χρώματα τα οικεία του καλλιτέχνη, κι ένα έργο για πολλές αναγνώσεις. Αν κάτι είναι σημαντικό σε αυτό το έργο πέρα από τη δεδομένη αισθητική του αξία είναι ότι συμπυκνώνει σε έναν καμβά ένα μεγάλο μέρος της αισθητικής φιλοσοφίας του καλλιτέχνη. Είναι αυτό που θα λέγαμε «τυπικό δείγμα» του.
Ο Αλέκος Φασιανός δεν είναι από τους αγαπημένους μου ζωγράφους, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω το πόσο σημαντικός είναι. Αλλά δεν μπορούμε να τους αγαπάμε και όλους (καταργώντας έτσι την αγάπη μας, τη συμπάθειά μας εν προκειμένω, για τον καθένα χωριστά). Όμως ! Όμως ο πίνακας που εκτίθεται σ’ αυτή την έκθεση είναι τόσο δυνατός ! Πρόκειται για το έργο «οι καβαλάρηδες της φωτιάς» (1,6 x 2 μ.). Σχέδιο με μαύρο χρώμα (και κάποιες φλύαρες λεπτομέρειες) και ένα πλακάτο κόκκινο της φωτιάς που γεμίζει τα δύο άλογα , τους καβαλάρηδες, τη γη και ένα σύννεφο. Το δυνατό κομμάτι αυτού του πίνακα είναι το σχέδιο. Θαρρείς και ο ζωγράφος, χάραξε διάφορες διασταυρούμενες καμπύλες και σ’ αυτό το προσχέδιο δόμησε τη σύνθεσή του. Το μπράτσο του δεξιού καβαλάρη, τα κεφάλια των αλόγων και η ουρά του αριστερού βρίσκονται επί μιας τέτοιας καμπύλης. Το κασκόλ (; ) που κρατάει ο αριστερός καβαλάρης, το χέρι του και ολόκληρο το λυγισμένο πόδι του βρίσκονται σε μια άλλη. Το κασκόλ, τα μαλλιά των δύο καβαλάρηδων (που ανέμίζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις) και το διαγώνιο σύννεφο που συνεχίζεται εκτός του καμβά, είναι μια τρίτη. Και υπάρχουν κι άλλες που σχηματίζουν τα χαλινάρια και τα διακοσμητικά των αλόγων ή οι ράχες των ζώων κι ορίζοντας κτλ. κτλ. Όμορφος πίνακας. Μια φλύαρη λεπτομέρεια (μιας και το ανέφερα) είναι καμιά 60αριά πουλιά -αποδιδόμενα με μια μικρή τεθλασμένη μαύρη γραμμή έκαστο) στο επάνω αριστερό μέρος του ουρανού. Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες.
Στο κάτω μέρος της αίθουσας (που ξεχωρίζει από το πάνω με 2-3 σκαλάκια) υπάρχουν και δύο γλυπτά. Η «Νεράιδα» της Φρόσως Μενεγάκη Ευθυμιάδη και η «Μάρσα-Ματρούχ» του Χρήστου Καπράλου. Το πρώτο (του 1960) είναι ένα ορειχάλκινο σύμπλεγμα παραλλήλων βεργών καμπυλωμένων με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την αίσθηση της κίνησης των πέπλων της νεράιδας καθώς στροβιλίζεται. Μάλιστα οι καμπυλωμένες τριγωνικές επιφάνειες (που αποτελούνται από τις βέργες) είναι τοποθετημένες με τις κορυφές τους στο πάτωμα και τις βάσεις τους προς τα πάνω, ορίζοντας μια κίνηση ανοδική που σε συνδυασμό με την διαφάνεια (μπορούμε να δούμε τα πάντα πίσω από τις βέργες) αλλά και με το φυσικό ειδικό βάρος του υλικού δίνουν την εντύπωση ότι η Νεράιδα αιωρείται λίγο πάνω από το έδαφος. Το δεύτερο γλυπτό, η «Μάρσα-Ματρούχ» (του 1971) του Χ.Καπράλου είναι χάλκινο και απεικονίζει μια γυναικεία φιγούρα με μακρύ ένδυμα, χωρίς χέρια, ξυπόλυτη και όπου ο λαιμός και το κεφάλι έχουν αντικατασταθεί από τμήμα μιας ραπτομηχανής. Δοκίμιο θα μπορούσε να γράψει κάποιος (κάποιος άλλος εννοώ) γι’ αυτό το έργο. Ίσως με κάποια άλλη ευκαιρία…
Ο επάνω χώρος του παλιού σχολείου δεν ήταν τόσο εντυπωσιακός με τον κάτω. Ξεχωρίζω, από μνήμης δηλαδή μερικά έργα που μου έκαναν εντύπωση. «Ο σκεπτόμενος» (2x1,5 μ. περίπου) του Μιχάλη Μαδένη: Ανφάς απόδοση ενός ευτραφούς γυμνού άντρα καθισμένου με το δεξί του χέρι στο κεφάλι (στην κλασσική εικόνα του σκεπτόπενου). Έργο επιβλητικό, το φως πέφτει από δεξιά, όπως κοιτάμε τον πίνακα, δημιουργώντας φωτεινές περιοχές χωρίς όμως οι σκιασμένες περιοχές να κρύβονται/ να χάνονται στο φόντο. Η καρέκλα στην οποία κάθεται αντίθετα έχει «αφομοιωθεί» από το θολό φόντο κι έτσι όλη η προσοχή εστιάζεται στον σκεπτόμενο. Άλλο έργο που θυμάμαι είναι «ο μετανάστης» (1963) του Ξενοφώντα Μπήτσικα: ξύλινη κατασκευή στην οποία υπάρχει ένα κεντρικό μεγάλο σχέδιο με κάρβουνο ενός άντρα με τη βαλίτσα του και στις δύο πλευρές υπάρχουν 10 (από 5 σε κάθε πλευρά) μικρά έργα (ακρυλικά νομίζω) που απεικονίζουν σκηνές -μνήμες και εικόνες του παρόντος- του μετανάστη. Ακόμα υπήρχαν δύο έργα με μεταφυσική ατμόσφαιρα: ένα «τοπίο» της Μαριλίτσας Βλαχάκη και η «Θημωνιά» του Μιχάλη Μανουσάκη. Ίσως αυτά τα έργα θα μπορούσαν να είναι μαζί (στον χώρο) με το έργο του Δ.Κοκκινίδη (βέβαια μόνο οι προθέσεις ίσως να συγγενεύουν, οι αποδόσεις σίγουρα δεν έχουν καμιά σχέση). Τέλος (ή προς το τέλος) υπήρχε το έργο του Γιώργου Ρόρρη «κοπέλα με πλισέ φούστα» (1x 1,40 περίπου): ένα κορίτσι καθισμένο σε μια καρέκλα, παίζει με τα δάχτυλά του έτσι ώστε το φως που πέφτει από αριστερά να δημιουργεί στον τοίχο (δεξί μέρος του πίνακα) το κεφάλι ενός σκύλου. Η απόδοση έχει τη γνωστή υφή του Ρόρρη και το παιχνίδι φωτός-σκιάς έχει διττή απόδοση στον συγκεκριμένο πίνακα: Από τη μια είναι η εναλλαγές στη ζωγραφική επιφάνεια όπου από το φως στη σκιά περνάει το μάτι πότε βαθμιαία και πότε απότομα κι απ’ την άλλη είναι τα λευκά χέρια της κοπέλας που προβάλουν έντονα φωτισμένα πάνω στην σκούρα ζακέτα της προκαλώντας όμως μια σκοτεινή φιγούρα ενός σκύλου (με κάπως άγριες προθέσεις). [τα καλά λόγια για τον Γ.Ρόρρη τα γράφω συνήθως για 2 λόγους. πρώτον διότι μου αρέσει ως ζωγράφος και δεύτερον γιατί ξέρω ότι θα τσιγκλήσω κάποιους φίλους που λένε διάφορα]
Τέλος, υπάρχουν και τρεις αυτοπροσωπογραφίες του Δανιήλ (Παπαδόπουλου) που τις θυμάμαι μεν ως αδιάφορες δε. Ίσως να ήταν και το πιο βαρετό σημείο της έκθεσης , ίσως και γι αυτό να τις τοποθέτησαν πάνω από το τραπεζάκι που υπήρχε στην είσοδο/έξοδο του χώρου.
Γενικώς, είναι μια έκθεση πολύ σημαντική κυρίως για το γεγονός ότι παρουσιάζεται στη Σίφνο. Ο μικρός χώρος δεν επιτρέπει βέβαια μεγάλα αναπτύγματα, αλλά το να υπάρχει μια τέτοια όαση Τέχνης (και μάλιστα τόσο υψηλού επιπέδου) σε έναν όμορφο αλλά τουριστικό -ειδικά αυτή την εποχή- προορισμό είναι από μόνο του πολύ σημαντικό. Στη Σίφνο βέβαια γίνονται κάθε Καλοκαίρι περισσότερες από 10 εκθέσεις τέχνης (σημαντικών, λιγότερο σημαντικών, ασήμαντων ή τελείως άσχετων -να μη λέμε ονόματα) και έχει δημιουργηθεί ήδη μια καλή παράδοση. Τέτοιες εκθέσεις όμως όπως και οι περσινές του Τέτση (στον ίδιο χώρο) ή του Φασιανού (στην γκαλερί Γιομιστή Κεφαλή – οι εκθέσεις στην οποία έχουν πάντα ενδιαφέρον) ανεβάζουν το επίπεδο και μπορούν κοντά στην ξεγνοιασιά, τις βουτιές και τις μπαρότσαρκες να προσφέρουν σε όσους «πιστούς» περιηγήσεις και απολαύσεις αισθητικής τάξεως.
ΥΓ. Άμα τη επιστροφή μου στη βάση μου, θα σκανάρω μερικά έργα από τον κατάλογο και θα τα αναρτήσω προκειμένου να υπάρξει και σύνδεση εικόνας-λόγου.
ΥΓ2. Λόγω εισόδου στην εικονική πραγματικότητα από internet-café οι απαντήσεις μου σε πιθανά σχόλια ίσως καθυστερήσουν λίγο.
ΥΓ3. Αν δε βαρεθώ (δύο τεμπέληδες έχει να δείξει η νεοελληνική τέχνη: εμένα και τον Στράτο Παγιουμτζή) θα αναρτήσω ανταποκρίσεις και από άλλες εκθέσεις που ήδη επισκέφτηκα ή θα επισκεφτώ.
ΥΓ4. Παρακαλείται όποιος τυχόν έχει κονέ με τον Αίολο να του πει να κλείσει επιτέλους τον ρημαδοασκό του, μας πήρε και μας σήκωσε φέτος με τα &^#&*$!μελτέμια του. Ευχαριστώ.


























